Ημερολόγιο

Όταν ο παππούς μιλάει με δύο φωνές
διστάζω στο άνοιγμα της πόρτας
μην ξέροντας να τον διακόψω ή όχι
είναι οι μόνες φορές που πιστεύω σε θεό

Ποίημα

είχες μια θάλασσα πίσω σου
μια θάλασσα που ποτέ δεν κοιτούσες
εγώ την έψαχνα παντού
παρασύρθηκα
και

Περισσότερα...

Διήγημα

 

(συνέχεια από Σύλλογοι, μέρος τέταρτο)

...
Πως ήταν δυνατόν να συνέβαινε σε εμένα αυτό το πράγμα; Τέτοια αδιαφορία από την Έντελ δεν την περίμενα. Αισθάνθηκα προδομένος. Μόνος. Εγκαταλελειμμένος στη μοίρα μου. Αν δεν μπορούσε να με βοηθήσει η Έντελ, δεν μπορούσε να με βοηθήσει κανείς. Τα παράτησα όλα όπως ήταν και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Δε με ενδιέφερε καθόλου τι θα σκεφτόταν το συγκεντρωμένο πλήθος. Ίσως μάλιστα να νόμιζαν ότι το έκανα με σκοπό να απενεργοποιηθεί η αίσθηση της όρασης και να μπορέσω να αναλύσω το δεδομένα ως όφειλα. Ίσως να με θαύμαζαν κιόλας για την πρωτοφανή μου ψυχραιμία. Αποκοιμήθηκα.

Περισσότερα...

Σκέψη

Ο αδερφός μου μικρός ήταν απ’ αυτά τα αξιολάτρευτα παιδιά που κάνουν συνεχώς ερωτήσεις, και που αργά ή γρήγορα εξαντλούν την υπομονή των περήφανων γονιών τους. «Μαμά, ποιος ανάβει τα φώτα στο δρόμο;» «Ο δήμαρχος παιδί μου.» «Και το σιντριβάνι;» «Ο δήμαρχος κι αυτό.» «Και το χριστουγεννιάτικο δέντρο;» «Αυτός.» Αποφάσισε λοιπόν να γίνει δήμαρχος. Δεν είχε όμως καμιά περίεργη καύλα με την εξουσία, κι έτσι τα όνειρα για δημαρχιλίκια ξεχάστηκαν γρήγορα. Εγώ από την άλλη, ήμουν ένα παιδί που ήθελε πάντα να λέει τη γνώμη του και πάντα να έχει δίκιο.

Περισσότερα...

Ποίημα

Φυσικά και γύρισα πίσω να ελέγξω αν είχα ξεχάσει κάτι. Περιέργως, ο δρόμος είχε εξαφανιστεί. Μάλλον όχι, δεν είχε εξαφανιστεί. Είχε όμως μεταμορφωθεί τόσο που τρόμαξα να τον αναγνωρίσω. Αναρωτήθηκα, ωστόσο, αν θα με οδηγούσε και πάλι στον τόπο που είχα αφήσει πίσω μου. Το μόνο που έμενε τώρα ήταν να τον περπατήσω. Καθώς κατηφόριζα, όμως, βρήκα μπροστά μου ανθρώπους που δεν ήταν εκεί όταν τον είχα ανηφορίσει. Ίσως, βέβαια, απλά να μην τους είχα προσέξει. Κάποιοι μου ήτανε γνωστοί. Όλοι, όμως, περπατούσαν διστακτικά. Πελάγωσα και έκανα να γυρίσω πίσω. Περιέργως, ο δρόμος είχε εξαφανιστεί.

Περισσότερα...

Διήγημα

(συνέχεια από Σύλλογοι, μέρος τρίτο)

... Έκανα υπομονή για αρκετή ώρα στη σκέψη ότι σύντομα, που θα διαδιδόταν στο πλήθος η πληροφορία ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με εμένα, θα δημιουργούνταν τέτοιο σούσουρο που σίγουρα η προσοχή της Έντελ θα αποσπόνταν από τον κύριο με το κόκκινο λοφίο και θα επέστρεφε σε εμένα. Μάταια. Κανένα σούσουρο δε δημιουργήθηκε, και η Έντελ παρέμενε απορροφημένη. Από τη μία πλευρά, δεν μπορούσα να συλλάβω το μέγεθος της αναισθησίας των συγκεντρωμένων ατόμων, οι οποίοι δεν είχαν πάρει χαμπάρι ότι εγώ, για κάποιον άγνωστο σε αυτούς λόγο, είχα ταραχθεί τόσο πολύ που έτρεμα από την κορυφή ως τα νύχια.

Περισσότερα...