Ημερολόγιο

Εχθές μάλωσα με το ρολόι που μου ‘λεγε πως είναι 
είκοσι-τέσσερις οι ώρες που μένουν μέχρι αύριο τέτοια ώρα 
όπως μάλωνα όταν ήμουν παιδί με τη μαμά μου που επέμενε 
ότι η Καθαρά Δευτέρα πέφτει πάντα Δευτέρα

Τον τελευταίο μήνα το τηλέφωνο χτυπούσε σχεδόν καθημερινά. Φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι ζήτησαν την ψήφο όλου του σογιού μου – θηλυκή η ψήφος μιας και στερεοτυπικά της αποδίδω τα χαρακτηριστικά εκείνα μιας όλο υποσχέσεις γυναίκας. Το χιούμορ μου στα καλύτερα του εκτόξευε τις προσβολές που απαιτούσε η κάθε περίπτωση χωρίς να το πάρει κανένας χαμπάρι.

Περισσότερα...

Παρασκευή πρωί ξυπνάω και κάνω το σπίτι λαμπίκο. Τινάζω όλα τα μόρια σκόνης. Κάποια πάνω στα φρεσκοπλυμένα της γειτόνισσας. Αλλά, τι να κάνω; Να περιμένω να τα μαζέψει; Δε θα τελειώσω ποτέ. Πέντε η ώρα, μόλις που ‘χω ξεμπερδέψει, παίρνει τηλέφωνο η θεία να πάω τον παππού στον οφθαλμίατρο. «Ρε θεία», της λέω, «πάρε ένα ταξί, εγώ είμαι μέχρι τον αγκώνα στα νερά, δεν πήρες κι εσύ λίγο νωρίτερα».

Περισσότερα...