Ημερολόγιο

τις μικρές ώρες
παρουσία κανενός
τελούνται μνημόσυνα
μηδενός εξαιρουμένου

Κάθε φορά που πλησιάζω φανάρι προσαρμόζω την ταχύτητά μου ώστε να μη χρειαστεί να ακινητοποιήσω καθόλου το αυτοκίνητό μου. Αν αυτό δεν είναι δυνατόν και αναγκαστώ τελικά να σταματήσω, αφήνω πάντα μια απόσταση δυόμισι-τριών μέτρων από το μπροστινό όχημα και έπειτα κυλάω προς το μέρος του με απελπιστικά αργή ταχύτητα μέχρι ν’ ανάψει πράσινο. Στην περίπτωση που αποτύχουν και τα δύο αυτά προληπτικά μέτρα, εξαιτίας συνήθως μποτιλιαρίσματος ή ανηφόρας, καταφεύγω στην ακραία λύση της χρήσης του υαλοκαθαριστήρα, η οποία ακριβώς επειδή είναι εκ φύσεως επιθετική μου προκαλεί κύματα πανικού, με αποτέλεσμα να μπερδεύω τους διακόπτες εκτοξεύοντας – παρά τη θέλησή μου –  και νερό. Οι προσεχτικά μελετημένες αυτές μέθοδοι έχουν φυσικά σκοπό να με προστατεύσουν από την επέλαση των ανθρώπων των φαναριών: μικροπωλητών, οργανοπαιχτών και, κυρίως καθαριστών τζαμιών.

Μη με παρεξηγείς. Δεν το κάνω επειδή τους μισώ. Ούτε καν τους σιχαίνομαι. Τις φορές μάλιστα που παίρνω την πρωτοβουλία να τους φωνάξω για να μου καθαρίσουν το παρμπρίζ, είτε λόγω έντονης ευδιαθεσίας είτε επειδή τα τζάμια είναι τόσο βρόμικα που δε βλέπω την τύφλα μου, επιδιώκω πάντα φυσική επαφή των χεριών μας τη στιγμή της μεταβίβασης του ευρώ. Και επιπλέον, δεν ξεχάνω ποτέ να χαιρετήσω με ένα νεύμα τον Πακιστανό που έχει σταθερό πόστο στο φανάρι από το οποίο περνάω καθημερινά. Αυτόν τον έχω του χεριού μου καθώς ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά πόση ώρα ακριβώς διαρκεί το κόκκινο κι έτσι φροντίζω να με πιάνει μια φορά στις δέκα μέρες περίπου, οπότε και του δίνω ένα κέρμα των δύο ευρώ την ώρα που ανταλλάσσουμε και κάνα-δυο τυπικές κουβεντούλες.

Αντί να σκαρφίζομαι όλα αυτά τα τεχνάσματα θα μπορούσα απλώς να έλεγα ένα κοφτό «όχι», να έβριζα ή ακόμα να τράβαγα χειρόφρενο και να κατέβαινα να τους κυνηγήσω. Λίγο-πολύ το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο. Εγώ μέσα στην κανονικότητα του αυτοκινήτου μου και αυτοί έξω στο δρόμο. Και είναι αυτός ακριβώς ο λόγος για τον οποίο αποφεύγω αυτού του τύπου συναντήσεις. Γιατί τότε συνειδητοποιώ ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα που θα βελτιώσει ουσιαστικά όλη αυτή την ασχήμια που μας περιτριγυρίζει. Δεν μπορώ και δε θέλω. Γιατί αν ήθελα, δε θα κυκλοφορούσα φερ’ ειπείν συνεχώς με το αυτοκίνητο την ώρα που με πιάνει τρέλα βλέποντας τους δρόμους και τις γειτονιές να θάβονται κάτω από τόνους λαμαρίνας. Αν ήθελα, θα μοιραζόμουν ό,τι έχω με αυτούς που δεν έχουν τίποτα. Όσο ανόητο ή παιδικό κι αν ακούγεται αυτό.

Αλλά, απλά κι ωραία, είμαι κι εγώ κομμάτι της ασχήμιας. Έχω κι εγώ το δικό μου μερίδιο ευθύνης. Και δε θα μου το πάρεις. Δε θα μου το δικαιολογήσεις. Δε θα το απενοχοποιήσεις. Αφήνω τους ανθρώπους να πεθαίνουν γύρω μου. Προσπαθείς να με πείσεις ότι δε γίνεται αλλιώς. Αδυνατώ να το κατανοήσω. Μου λες να κοιτάξω τον εαυτό μου. Μα εγώ δεν καταλαβαίνω. Πεθαίνουν άνθρωποι εκεί έξω. Σίγουρα θα μπορούσα να είχα βοηθήσει ή ακόμα και να είχα σώσει μερικούς απ’ αυτούς. Απ’ την πείνα. Την αρρώστια. Τη βία. Την εκμετάλλευση. Οτιδήποτε. Αλλά εγώ κάθομαι άπραγη και αδιάφορη. Γιατί αυτή είναι η φύση μου. Η ανθρώπινη φύση. Να απωθεί την ασχήμια γύρω του και να κοιτάει την πάρτη του.  Πώς μπορώ να το δεχτώ αυτό; Πως μπορώ να δεχτώ ότι έτσι είναι ο κόσμος και δε γίνεται καλύτερος;