Ημερολόγιο

Απ’ όλα που με έμαθες
θα προτιμούσα
ένα μάθημα υπομονής
στην αίθουσα αναμονής σου
να μπορώ ήσυχα
να σε περιμένω

Δεν αισθάνομαι καλά τελευταία. Βρίσκομαι συνεχώς στα πρόθυρα λιποθυμίας. Τις πρώτες μέρες νόμιζα πως το ‘παθα από ‘κείνο το δακρυγόνο που ‘φαγα στα μούτρα στην πορεία. Πάω κι εγώ ο μαλάκας και κάθομαι μπροστά-μπροστά κι αναπνέω όλα τα χημικά. Αλλά εκεί γίνεται όλο το νταβαντούρι. Τα παιδιά με φωνάζουν «σύντροφε» και μ’ αρέσει που κάνουμε παρέα. Άσε που την επομένη βλέπω σχεδόν πάντα την αφεντομουτσουνάρα μου στις εφημερίδες. Δε φταίει το δακρυγόνο όμως. Τόσα έφαγα στα Δεκεμβριανά και δεν έπαθα τίποτα. Τώρα που ηρεμήσαν κάπως τα πράγματα θυμήθηκε να με πειράξει; Αποκλείεται. Κάτι άλλο φταίει. Περπατάω στους δρόμους και δε νιώθω την άσφαλτο κάτω απ’ τα πόδια μου. Ένα πράμα σα να ‘χω χάσει την αίσθηση της αφής. Πιθανολογώ και μέρος της όρασης, αφού βλέπω τα πάντα γύρω μου μουτζουρωμένα. Θολά. Τις προάλλες με χτύπησε κι ένα αυτοκίνητο. Δεν έφταιγε ο άνθρωπος. Εγώ έφταιγα. Πετάχτηκα σαν τον τρελό στη μέση του δρόμου. Ούτε που τον είδα. Προσπάθησε να μ’ αποφύγει, φρέναρε, έστριψε το τιμόνι όλο δεξιά, με πέτυχε ξώφαλτσα στο πόδι. Φτηνά τη γλίτωσα. Κατέβηκε κιόλας να δει αν είμαι καλά αλλά το ‘βαλα στα πόδια.

Πήγα και κοιμήθηκα. Δεν είχα κουράγιο ούτε την πληγή μου να περιποιηθώ. Ξύπνησα το πρωί, πήγα να σηκωθώ, το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. Δεν είχα καμία διάθεση να κάνω τίποτα. Ξανακοιμήθηκα. Ρε συ, λες να ‘χει δίκιο ο τυπάς εκείνος στο πάρκο που λέει ότι είναι ψυχολογικό; Αλλά αυτός όλο φούμαρα λέει. Προχτές μας μάζεψε όλους γύρω του και μας έλεγε να προσέχουμε, να μη μας φάνε λάχανο οι Κινέζοι. Βλακείες. Τόσα χρόνια δεν έχω δει ούτε μία φορά Κινέζο να με χαλβαδιάζει σαν ξεροψημένη γαλοπούλα. Καμιά φορά μόνο, που είμαι ξαπλωμένος μπροστά στη Βουλή, σταματούν κάτι τυπάδες που τους μοιάζουν και με τραβούν φωτογραφίες. Προσποιούμαι ότι δεν τους έχω πάρει χαμπάρι, αλλά ποζάρω λίγο στα κρυφά. Ακούς εκεί θα μας φάνε λάχανο. Δεν πιστεύω λέξη. Για το άλλο, όμως, μπορεί να έχει και δίκιο. Άλλη εξήγηση δεν υπάρχει. Είναι βέβαια που υποσιτίζομαι κιόλας. Έφυγε η κυρά-Μάρω από τη γειτονιά. Έφυγαν και τα ωραία της τα φαγιά. Αλλά δεν μπορεί να φταίει αυτό. Όλο και κάτι βρίσκω και βάζω στο στόμα μου. Το Σάββατο που μας πέρασε, παραδείγματος χάριν, πάνω που ‘χα απελπιστεί ότι θα έβγαζα το βράδυ νηστικός, εμφανίστηκαν σαν από μηχανής θεοί δύο παιδάκια και μου ‘δωσαν να φάω ένα ωραιότατο κομμάτι χοιρινό. Δεν ήθελα να φανώ λιγούρης και δεν το άρπαξα αμέσως, αλλά νομίζω καρφώθηκα λίγο, γιατί άρχισε να τρέχει ένα ρυάκι σάλια απ’ το στόμα μου που ήρθε και σχημάτισε μια ωραιότατη λιμνούλα ανάμεσα στις πατούσες μου. Δε με σιχάθηκαν κι ας βρομούσα σα βρεμένος σκύλος. Κάτσαν δίπλα μου και με χάιδεψαν. Ωραία ήταν. Γουφ.

Ανθρώπινη επαφή. Ρε λες αυτό να μου λείπει τελικά; Πως όμως; Ποτέ δεν απέκτησα άνθρωπο αφού. Στο δρόμο γεννήθηκα. Στο δρόμο έζησα όλη μου τη ζωή. Μόνο από τις διηγήσεις εκείνου του κοντοπόδαρου μικρού ξέρω πως είναι να ‘χεις άνθρωπο. Πάει κι αυτός. Ψόφησε πριν δυο μήνες μ’ άλλους δώδεκα στο Πεδίο του Άρεως. Δεν την ήξερε την αδέσποτη ζωή και πήγε και την καταβρόχθισε τη φόλα ο βλάκας. Τον καημένο. Ήρθαν και τον μάζεψαν κάτι κυρίες αλλά ήταν πλέον αργά. Έμειναν μόνο οι ιστορίες του. Για το σπίτι με τον κιμά και το απίθανο αγοράκι που τον έπαιρνε αγκαλιά και τον έβαζε να κοιμηθεί στο κρεβάτι του. Για τις βόλτες, τα παιχνίδια με τις μπάλες και τα κόκαλα. Και, τέλος, για τη βόλτα με τ’ αυτοκίνητο που τον πήγε ο μπαμπάς του αγοριού λίγο πριν φύγουν για τις καλοκαιρινές διακοπές. Τον είχε αφήσει ελεύθερο σ’ ένα χωράφι, είχε τρελαθεί απ’ τη χαρά του. Μόνο που μετά είχε μπει ξαφνικά στο αυτοκίνητο και είχε φύγει. Ξεχνώντας να τον πάρει μαζί του. Στο σημείο αυτό της διήγησης ο κοντοπόδαρος γούρλωνε πάντα τα μάτια του. Του έλειπε ο άνθρωπός του. Κοίταζε κατάματα όλα τα αγοράκια που περνούσαν αλλά κανένα δεν του έδινε σημασία.

Βλέπεις μας συνηθίσατε και δε μας κοιτάτε καν πια. Έχετε άλλα προβλήματα τώρα, πιο σημαντικά από εμάς. Δε σας κακιώνω. Κι ας αγριεύω καμιά φορά. Σας δείχνω τα δόντια μου. Δεν ξέρω τι στο διάολο έχω πάθει. Παίζει να φταίει που έχω γεμίσει τσιμπούρια κι έχω τρελαθεί στο ξύσιμο.