Ημερολόγιο

Αν με περίμενες θα ‘ταν κι αυτό μια κάποια νηνεμία
Και το λέω ‘γω που όλο ανέμους κυνηγώ
κι άμα δεν έρχονται μελαγχολώ

Πάω τρίτη λυκείου και σε λίγους μήνες δίνω πανελλήνιες. Θα γράψω καλά, δεν αγχώνομαι. Μόνο την έκθεση φοβάμαι λίγο. Έχω τρελή αδυναμία. Γι’ αυτό, Πέμπτη πέντε με επτά το απόγευμα, κάνω έξτρα μάθημα στο φροντιστήριο με άλλα δύο παιδιά. Οι δυο είμαστε σκράπες, δε λέω. Αλλά δεν καταλαβαίνω τι δουλειά έχει μαζί μας ο τρίτος. Εμένα μια χαρά μου φαίνεται ότι γράφει. Η καθηγήτρια όμως λέει πως τα γραπτά του είναι χαοτικά. Πως οι ιδέες  του είναι σωστές, αλλά ο τρόπος του επιθετικός. Τον συμβούλευσε να ρίξει κάπως τους τόνους, αν θέλει να πάρει καλό βαθμό στις εξετάσεις. Τις προάλλες του έφερε και ένα βοήθημα φωτοτυπημένο, απ’ αυτά που έχουν μαζεμένα όλα τα πιθανά θέματα και από κάτω στη σειρά τα θετικά, τα αρνητικά και τις λύσεις για το κάθε ένα. Του έριξα μια ματιά στο διάλειμμα κι είναι σαν κι αυτά που έχω κι εγώ. Μου κάνει εντύπωση που σε όλα τα θέματα οι λύσεις είναι πάντα οι ίδιες. Αν λύσεις δηλαδή το ένα πρόβλημα, έχεις λύσει αυτόματα και όλα τα υπόλοιπα. Δεν ακούγεται και τόσο δύσκολο αυτό. Πήγα να το πω στην καθηγήτρια την ώρα που μπαίναμε μέσα για μάθημα αλλά δε με άκουσε. Μπήκε φουριόζα κρατώντας τρεις κόλλες αναφοράς, έγραψε στον πίνακα: «Γράψτε ένα άρθρο στην εφημερίδα, για να επισημάνετε τις θετικές και αρνητικές επιδράσεις που ασκεί η τηλεόραση στους τηλεθεατές» και μας είπε ότι θα μάζευε τα γραπτά μας σε μία ώρα ακριβώς. Ξεκίνησα αμέσως να γράφω: «Η τηλεόραση έχει τόσο προτερήματα όσο και μειονεκτήματα» και τα σχετικά. Στα τριάντα λεπτά, πάνω που είχα τελειώσει με τα προτερήματα, άκουσα την καθηγήτρια να λέει: «Πάλι τα ίδια Σπύρο; Δεν ξέρω τι άλλο μπορώ να κάνω για να σε βοηθήσω. Προσπαθώ και ξαναπροσπαθώ, αλλά εσύ το χαβά σου. Δε διορθώνεσαι με τίποτα.». Πήρε την κόλλα του, τη φωτοτύπησε τρεις φορές, έδωσε στον καθένα μας ένα αντίτυπο και μας ζήτησε να το πάρουμε σπίτι και να το επιστρέψουμε διορθωμένο την επόμενη φορά μαζί με τα δικά μας τελειωμένα άρθρα. Και συνέχισε απτόητη στο επόμενο κεφάλαιο που ήταν για το ρόλο του δασκάλου.

 

Το βράδυ που γύρισα σπίτι διάβασα το κείμενο του συμμαθητή μου: «Η τηλεόραση υποτιμά τη νοημοσύνη μου. Με προσβάλλει. Τόσο που θέλω να την πετάξω απ’ το παράθυρο. Κάνει τα σκουπίδια να φαίνονται διαμάντια. Άνθρωποι σκατένιοι μοιάζουν σπουδαίοι. Και, τελικά, γίνονται σπουδαίοι. Εμείς τους κάνουμε σπουδαίους, που τους παρακολουθούμε όλη μέρα αποβλακωμένοι. Λες και είναι κάποιοι. Λες και έχουν να πουν κάτι σημαντικό. «Ειδήσεις βλέπω, Σπύρο μου. Να μάθω τι συμβαίνει στο κόσμο.» Έτσι λέει η μάνα μου. Και κάθεται στον καναπέ και βλέπει για το σεισμό στην Ιαπωνία. Τα βίντεο σε επανάληψη. Αν δε σε πιάσει συγκίνηση την πρώτη φορά, που θα πάει; Την εκατοστή-έβδομη θα σε πιάσει. Θα τον αισθανθείς τον πόνο. Θα τη νιώσεις τη θλίψη. Θα καταφέρεις να θρηνήσεις κι εσύ μαζί με τους πληγέντες. Οι δημοσιογράφοι πάντως κάνουν ό,τι μπορούν. Τα μάτια τους σχεδόν δακρυσμένα. Τα λόγια τους μοιρολόγια. Οι φωνές τους δραματικές. Θεατρικές. Ψεύτικες. Η γλώσσα τους ξύλινη. Πάντα τα ίδια λένε. Τους σιχαίνομαι. Καρφάκι δεν τους καίγεται. Τα μουστάκια τους γλύφουν. Βιβλική καταστροφή ένα υπόγειο που πλημμύρισε από την μπόρα, βιβλική καταστροφή και το τσουνάμι. Καταστροφές να υπάρχουν κι όλα καλά. Να ανεβαίνει η τηλεθέαση, να γίνεται η δουλίτσα τους. Και να έβλεπε μόνο ειδήσεις η μάνα μου, καλά θα ήταν. Ό,τι παίζει βλέπει. Και μετά τα συζητά κιόλας. Να πάρουν κι άλλη αξία. Να ακουστούν και παραέξω οι σιχαμένες εκπομπές. Να αναπαραχθεί για άλλη μια φορά η βλακεία. Να μάθει όλος ο κόσμος για την καινούρια εκπομπή με τις νοικοκυρές που χτυπάνε μπότοξ μπροστά στην κάμερα. Να δει άλλη μια προσβλητική πατάτα ο κόσμος όλος. Από περιέργεια. Και μόνο, ή τουλάχιστον. Και κάπου στον κόσμο, να κάθεται ένα τυπάκι και να μετράει χαρτονομίσματα γελώντας μαζί μας. Που μας πουλάει φίδια για μεταξωτές κορδέλες. Γι’ αυτό μη με ρωτάς ποια είναι η λύση, γιατί την ξέρεις. Βγάλε τη γαμημένη την μπρίζα.»

 

Τι να διορθώσω εγώ στο κείμενο του Σπύρου; Όχι, πες μου.