Ημερολόγιο

στην ουρά περιμένω
επιστροφή χρόνου 
κι είναι κι αυτό κατασπατάληση
γιατί δεν παύουν να περνούν οι ώρες

Έχω ένα όνειρο. Ν’ ανοίξω την τηλεόραση αύριο και να δω έναν υπουργό με το δεξί του χέρι μετέωρο να περιμένει χειραψίες. Μα να μη βρίσκεται ούτε ένας άνθρωπος να του σφίξει το χέρι. Ν’ αλλάξω κανάλι και να δω έναν άλλο με τα χέρια ανοιχτά να περιμένει ανθοδέσμες. Μα να μη βρίσκεται ούτε ένας άνθρωπος να του δώσει έστω ένα λουλούδι. Και ν’ αλλάξω κανάλι ξανά και να δω τον πρωθυπουργό τον ίδιο να ετοιμάζεται να τρέξει στο μαραθώνιο. Μα να μη βρίσκεται ούτε ένας άνθρωπος να σταθεί δίπλα του. Κι οι εφημερίδες να γεμίσουν με φωτογραφίες τους.

Και τα βλέμματά τους να είναι βλέμματα απορίας.

 

Οραματίζομαι μια Ελλάδα στην οποία δε θα κυκλοφορεί ούτε ένας πολιτικός ανάμεσά μας. Οι δρόμοι θα έχουν καθαρίσει απ’ αυτούς. Ή μάλλον, εμείς θα έχουμε καθαρίσει τους δρόμους και τις ζωές μας απ’ αυτούς. Εμείς, που μαύρες τύψεις Ερινύες, θα τους ρίχνουμε τέτοιο κράξιμο, τέτοιο γιουχάρισμα όταν τους συναντάμε, που δε θα τολμούν να βγούνε έξω. Και τα παιδάκια δε θα τρέχουν να τους αγκαλιάσουν. Θα τους βγάζουν τη γλώσσα. Κι οι γιαγιάδες δε θα τους διαβάζουν ευχές. Κατάρες θα τους ρίχνουν. Και κανένας δε θα τους χειροκροτεί. Και κανένας δε θα τους χτυπάει φιλικά στον ώμο. Κανένας, ούτε ένας, δε θα τους ακουμπάει γενικά. Κι η μπάντα του δήμου θα τους ακολουθεί καταπόδας τραγουδώντας την ξεφτίλα τους, μέχρι να κλείσει πίσω τους αμετάκλητα η πόρτα της πολυτελούς τους κατοικίας.

Και τα βλέμματά τους τότε θα είναι βλέμματα ανησυχίας.

 

Κι η απομόνωση τους από τον πραγματικό κόσμο δε θα είναι πλέον δική τους επιλογή, αλλά δική μας. Και τα ελεεινά παπαγαλάκια τους θα παρουσιάζουν αφιερώματα στις εκπομπές τους για το φαινόμενο της περιθωριοποίησης του πολιτικού. Και θα τους βλέπουμε όλους μαζεμένους στα πάνελ να κλαίνε με μαύρο δάκρυ που κανείς δεν τους δίνει σημασία πια. Αξία. Και θα αναγκάζονται αυτοί να οργανώνονται σε ομάδες, και θα θέλουν να κατεβαίνουν σε πορείες με πλακάτ που να γράφουν: «Άνθρωπος Είμαι κι Εγώ». Μα θα φοβούνται. Θα φοβούνται τη βροχή από ροχάλες που θα τους περιμένει. Μια βροχή απ’ την οποία ούτε ομπρέλα θαλάσσης, ούτε αντίσκηνο ολόκληρο δε θα τους σώζει.

Και τα βλέμματα τους πλέον θα είναι βλέμματα τρόμου.

 

Φαντάζομαι τους πολιτικούς και τα παπαγαλάκια τους εγκλεισμένους στα σπίτια τους. Εγκλωβισμένους στις τρύπες τους. Να μην τολμούν να ξεμυτίσουν. Και να ζαρώνουν. Να γίνονται μικρά φοβισμένα ανθρωπάκια. Να εξαφανίζονται. Να αφανίζονται. Ούτε μία στιγμή να μην μπορούν να μοιράζονται τον ίδιο κόσμο μ’ εμάς. Ούτε από την κλειδαρότρυπα να μην τολμούν να κοιτάξουν τον κόσμο. Τον κόσμο μας.

Και τα βλέμματά τους δε θα υπάρχουν πια.

Κι εγώ θα λέω ιστορίες στα παιδιά μου για το εξαφανισμένο πλέον αυτό είδος.