Ημερολόγιο

τις μικρές ώρες
παρουσία κανενός
τελούνται μνημόσυνα
μηδενός εξαιρουμένου

Τι να λέμε τώρα; Μεθυσμένα ήταν τα παιδιά. Δεν έφταιγαν. Ξημερώματα όταν βγήκαν απ’ το τσιπουράδικο πήρε το μάτι τους τον μπόγο με το χαρτόνι που έγραφε «ΆΝΘΡΩΠΟΣ ΚΟΙΜΑΜΑΙ ΕΔΩ. ΜΗΝ ΚΑΤΟΥΡΑΤΕ», θυμήθηκαν το γνωστό «Δεν κολυμπάμε στην τουαλέτα σας, μην κατουράτε στην πισίνα μας» και ξέσπασαν σε γέλια και πειράγματα. Επικράτησε ένας πανικός, μέχρι που πήραν χαμπάρι ότι ο μπόγος κουνιόταν, συνειδητοποίησαν πως όντως κοιμόταν άνθρωπος εκεί, χαμήλωσαν το βλέμμα κι έφυγαν. Ο μικρότερος της παρέας, μάλιστα, γύρισε σπίτι κι έγραψε ένα ποίημα για τους άστεγους στα στενά της Αθήνας που, αν το διάβαζες, θα σου σπάραζε την καρδιά.

Δυο αστυνομικοί, που περιπολούσαν εκεί τριγύρω, άκουσαν τη φασαρία και πήγαν να ελέγξουν τι συμβαίνει. Την κατάσταση τη γνώριζαν. Κάτοικοι της περιοχής τηλεφωνούσαν καθημερινά στο τμήμα  με παράπονα για τον άστεγο που έκλεινε τις πόρτες των σπιτιών τους. Κάποιοι βέβαια είχαν τηλεφωνήσει και στο δήμο, τους είχαν παραπέμψει στο Ίδρυμα Αστέγων, αλλά, τελικά, άκρη δεν είχε βγει. Δεν τους κατάλαβε που στεκόντουσαν από πάνω του, μέχρι που τον άρχισαν στην κλοτσοπατινάδα. «Πάλι εδώ είσαι, ρε αλήτη; Τι πρέπει να σου πούνε για να το χωνέψεις; Τους έχεις φλομώσει τους ανθρώπους με τη βρόμα σου. Πάρε δρόμο και μη τυχόν σε ξαναπετύχουμε γιατί θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα.» Τα μάζεψε κι έφυγε. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρει ένα μέρος να κοιμηθεί λίγο ακόμα αλλιώς η μέρα δεν θα περνούσε με τίποτα. Αλλά που να πάει; Στην Κλαυθμώνος είχε να πατήσει από τότε που του τράβηξαν μαχαίρι για μια θέση στο παγκάκι. Δεν το ρίσκαρε. Αποφάσισε να σπρώξει λίγο το ρολόι, ψάχνοντάς στους κάδους για τα Κυριακάτικα αποφάγια.

Ένα κορίτσι, που περνούσε εκείνη την ώρα από τη γειτονιά για να πάει σχολείο, άφησε το χέρι της μαμάς του για να της δείξει τον περίεργο άνθρωπο που,  καλυμμένος μέχρι το λαιμό με σκουπίδια, μάλωνε για ένα κομμάτι πίτσας με μια αγέλη από γάτες. «Πεινάει ο κακομοίρης. Είδες πόσο τυχεροί είμαστε εμείς που έχουμε να φάμε; Πάμε τώρα, μη χτυπήσει το κουδούνι», είπε η μαμά του και το ξαναέπιασε σφιχτά απ’ το χέρι. Το κορίτσι, που θυμήθηκε το θρεπτικό σάντουιτς που είχε ετοιμάσει η μαμά του το πρωί, άνοιξε την τσάντα με τις πριγκίπισσες, έβγαλε έξω το κολατσιό και τη ρώτησε αν μπορούσε να του το δώσει. «Κι εσύ τι θα φας; Σου το ‘χω πει. Δε θέλω να αγοράζεις σκατολοΐδια από το κυλικείο», του είπε, και, αφού το σκέφτηκε λίγο καλύτερα, συνέχισε: «Πάμε στο περίπτερο να του αγοράσουμε κάνα κρουασάν του καημένου». Αγόρασαν δύο και τα άφησαν στο πεζοδρόμιο δίπλα στον κάδο, μαζί μ’ ένα χυμό καρότο-πορτοκάλι, που επέμενε να πάρουν η μικρή.

Έδωσε ένα σάλτο τινάζοντας από πάνω του μια γάτα, τα άρπαξε, τα έκρυψε κάτω απ’ τα ρούχα του και τράβηξε για το σταθμό Λαρίσης να πιάσει το πόστο του. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, πέρασαν από μπροστά του κάθε λογής άνθρωποι. Οι περισσότεροι μάλλον δεν τον πρόσεξαν καν. Κάποιοι πέταξαν λίγα ψιλά στο ποτηράκι που είχε μπροστά του. Μερικοί τον είπαν τεμπέλη, μεθύστακα ή πρεζάκι. Στις δέκα η ώρα, μόλις που ‘χε κλείσει τα μάτια του, πετάχτηκε ακούγοντας κέρματα να χτυπούν πάνω στα πλακάκια. Ένας τύπος με ξυρισμένο κεφάλι έφευγε τρέχοντας. Μάζεψε τα κέρματα και πήγε να κοιμηθεί στο ίδιο σημείο με το προηγούμενο βράδυ, σίγουρος ότι η αστυνομία δεν θα ερχόταν δυο φορές σερί. Φτάνοντας, έστρωσε τα χαρτόνια του κι αποκοιμήθηκε, χωρίς να προσέξει τους αστυνομικούς που του την είχαν στημένη στη γωνία. Φάγανε δυο πίτα γύρο ο καθένας, κι όταν κατάλαβαν ότι τον είχε πάρει για τα καλά ο ύπνος, πλησίασαν και τον κατάβρεξαν μ’ έναν κουβά παγωμένο νερό.

Μαγκιά.