Ημερολόγιο

σκάβω λάκκους
θάβω μέρες
πολλές χωρούν
στον ίδιο
επιμελώς θρηνώ
την κάθε μία
την επόμενη

Απεργία ξανά σήμερα οι εκπαιδευτικοί, μου ‘μεινε αμανάτι ο μικρός. Μεγάλο κουμμούνι ο δάσκαλός του –φαίνεται κι απ’ τα μούσια του–, δε χάνει ευκαιρία να λουφάρει. Ουστ, ρε τεμπελόσκυλο, που ‘χεις και παράπονο με τέσσερις μήνες διακοπές. Στην κοσμάρα της κι αυτή η Φανή, δεν το λέει μια μέρα πιο πριν να κάνω κι εγώ τα κουμάντα μου. Αναγκάστηκα πάλι και τον πάρκαρα στη μάνα της. Μ’ άρχισε την γκρίνια που ‘θελε να πάει λαϊκή και τι θα μαγειρέψει τώρα. Το αποτέλεσμα; Να τρέχει ο μαλάκας στο μανάβη και να κουβαλάει διακόσια κιλά πατάτες. Καλά, εμένα δε με σκέφτεται η παλιόγρια. Το μηνίσκο μου όμως; Το ‘πε ο γιατρός, δεν το γλιτώνω το μαχαίρι. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, άργησα να φύγω για το υπουργείο κι έφαγα όλη την κίνηση. Ξέχασα να περάσω κι απ’ τον οφθαλμίατρο που ‘θελα να μου σφραγίσει δέκα πιστοποιητικά –περιμένουν τα διπλώματά τους αύριο οι πελάτες–, αγχώθηκα. Τι θα τους πω; Τη βρήκα την άκρη όμως. Πετάχτηκα και πήρα δυο φρεντουτσίνους, ένα για τη Σούλα να μου κάνει την εξυπηρέτηση και να της πάω τα χαρτιά αύριο, τον άλλο για την Αθανασία να περάσει ΚΤΕΟ το σαπάκι του Χατζόπουλου, που θα ‘χε αγοράσει καινούριο ο πανίβλακας τόσα χρόνια που με πληρώνει να μεσολαβώ. Να ‘ναι καλά η κοπέλα, έκανε πάλι τα στραβά μάτια. Το τσέπωσε βέβαια το εικοσαρικάκι. Αυτά μας φάγανε.

 

Μιάμιση η ώρα, τελειώνω απ’ το Συγκοινωνιών, να πάω να μαζέψω τον μικρό δεν παίζει –ας πάει να τον πάρει η μάνα του στο σχόλασμα– και βάζω πλώρη για κέντρο. Της Πόπης στους δρόμους, το μετρό κλασικά κλειστό. Δε φτάνει στους κοπρίτες το ενάμισι χιλιάρικο που παίρνουνε, ζητάνε και τα ρέστα. Κάτσε, ρε φίλε. Μηχανοδηγός είσαι. Όχι πιλότος σε airbus. Κάνω μια ώρα να φτάσω από Εθνική Άμυνα, πάρκινγκ ούτε για δείγμα –έχει κατέβει ο κάθε τσέλιγκας με τ’ αμάξι του. Με τα χίλια ζόρια χώνω το Sportage πάνω σ’ ένα πεζοδρόμιο, με στραβοκοιτάει μια θεία μέσα απ’ τη βιτρίνα –α, μωρή κάργια, με κατάστημα στο Κολωνάκι και μιλάς κιόλας. Τσιμπάω την ΠΡΑΣΙΝΗ απ’ το περίπτερο, να δω τι παίζει με πρόεδρο, κι αράζω για εσπρεσάκι στο Da Capo. Δεν έχω προλάβει να πιω δυο γουλιές, με σκουντάει μια κυράτσα από πίσω: «Συγγνώμη, κύριε, μπορείτε να σβήσετε το τσιγάρο; Υπάρχουν ανήλικα δίπλα σας». Τι λε, ρε παιδί μου; Ανήλικα, ε; Στην παιδική χαρά τα ανήλικα, κυρά μου. Κάτω από έναν πλάτανο ν’ αναπνέουν καθαρό αέρα, που λέει κι ο Παπαργυρόπουλος. Κυπαρίσσι μη σου πω. Στα καπάκια σκάει και τηλέφωνο απ’ τη Φανή: «Ακόμα να πάρεις το παιδί; Καλά, δε σου ‘πα ότι έχω ραντεβού στο κομμωτήριο;». Μου βγήκε απ’ τη μύτη ο καφές.

 

Άιντε ξανά μανά στην κίνηση, με ψιλόβροχο και τα φανάρια χαλασμένα. Μπάτσος εννοείται πουθενά να βοηθήσει την κατάσταση. Η Παναγία μου βγήκε, μου ‘πρηξε τα ούμπαλα και ο μικρός να τον πάω στην προπόνηση, φτάσαμε σπίτι για να τον πείσω ότι με τέτοια βροχή ποδόσφαιρο δεν παίζει. Άρπαξε το PlayStation και μου άδειασε τη γωνιά. Κάθισα να δω καμιά είδηση, αλλά τα πήρα στο κρανίο με τα λαμόγια τους δημοσιογράφους που κατάπιανε τη Siemens, και το γύρισα στο Κάτι Ψήνεται. Καλές εννιά, φιλοτιμήθηκε να μαζευτεί κι η Φανή, και δε φτάνει που δεν της είπα τίποτα που μ’ είχε κόψει η λόρδα όλη μέρα, μου τα ‘χωσε κι από πάνω που δεν πήρα τα γεμιστά απ’ τη μάνα της. Έψησε κάτι κατεψυγμένες πίτσες και φάγαμε. Κι εκεί που λέω να πάω να την πέσω, τσουπ, μου φορτώνει η τρελή τη σακούλα με τα σκουπίδια να τα πετάξω μην της χαλάσει το φενγκ σούι. Πήγα μήπως και γλιτώσω την κρεβατομουρμούρα, τίγκα ο κάδος μέχρι πάνω. Α ρε αθάνατη Ελλάδα! Τα πετάω δίπλα στον μπλε, που ΄ταν άδειος, κι όλα καλά.

δημοσιεύτηκε στη FAQ, 10.02-16.02.2011