Ημερολόγιο

σκάβω λάκκους
θάβω μέρες
πολλές χωρούν
στον ίδιο
επιμελώς θρηνώ
την κάθε μία
την επόμενη

Αναζήτηση εργασίας αγκαλιά με τη Χρυσή Ευκαιρία. Ξαπλωμένος απέναντι από τα Κλασσικά Εικονογραφημένα και το πειρατικό Lego καράβι. Με τις κούτες από τη μετακόμιση στοιβαγμένες σε μια γωνία. Επιστροφή στην οικογενειακή εστία μετά τη Μεγάλη Έξοδο ένα χρόνο πριν. «Πού θα πας παιδάκι μου να μείνεις μόνος σου; Δε θα τα βγάλεις πέρα», η μάνα μου. Και για ποιο λόγο τότε ξεκωλώθηκα να τελειώσω σχολή, μεταπτυχιακό, στρατιωτικό χωρίς καμία καθυστέρηση, αν όχι για να σηκωθώ να φύγω από δω μέσα; Όχι ότι είναι τίποτα τέρατα οι γονείς μου. Απλά εγώ ήθελα να ζήσω μόνος μου. Τη δική μου ζωή. Τι περίμεναν δηλαδή; Ότι θα κοιμόμουν για πάντα στο κρεβάτι του παιδικού μου δωματίου; Που, απ’ ό,τι φαίνεται, αυτό θα κάνω. Γιατί μετά την καμπάνα της απόλυσης, έτσι για να μην παραπονιέμαι που δεν τα ‘βγαζα πέρα με εφτακόσια πενήντα ευρώ, να ‘μαι πάλι εδώ να ψάχνω δουλειά ντιλιβερά σε σουβλατζίδικα και πιτσαρίες όπως τότε στο πανεπιστήμιο.

 

Μένω κλεισμένος στο δωμάτιό μου γιατί μια μαλακία ν’ ακούσω θα γίνουμε κώλος. Και έξω περιμένουν τα μάτια της μάνας μου που λένε: «Στα ‘λεγα εγώ» και τα σφραγισμένα χείλη της. Δε λέει κουβέντα μη στεναχωρήσει τον πατέρα –54 χρονών, πρόσφατα άνεργος κι αυτός–, του ανέβει η πίεση είκοσι και πάθει κανένα εγκεφαλικό. Όλη μέρα με το κεφάλι σκυμμένο πάνω σε χαρτιά και λογαριασμούς ψάχνει να βρει το πώς και το γιατί. Και μονολογεί. Γιατί χρεοκόπησε το μαγαζί του ύστερα από τόση σκληρή δουλειά και προσπάθεια; Πώς βρέθηκε να χρωστάει τόσα χρήματα στο ΤΕΒΕ και στην εφορία; Πώς θα πληρώσει τα φάρμακά του; Πώς θα συμπληρώσει τα συντάξιμα χρόνια του; Πώς θα ζήσει την οικογένειά του; Γιατί τον κατηγορούν ότι τα έφαγε; Αυτός τίποτα δεν έφαγε. Ό,τι έβγαζε με τον ιδρώτα του μόνο. Τι θα φάει τώρα; Πώς θα ζήσει; Γιατί να ζήσει; Και οι φλέβες στους κροτάφους του πετάνε τόσο που λες, δεν μπορεί, τώρα θα εκραγούν.

 

Θέλω να κάτσω δίπλα του στον καναπέ, να περάσω το χέρι μου στους ώμους του και να του πω: «Όλα θα πάνε καλά, μπαμπά. Θα τη βρούμε την άκρη». Τέτοιο ψέμα όμως ούτε στον εαυτό μου δεν μπορώ να το πω. Κι έτσι κλείνω ερμητικά την πόρτα πίσω μου, όπως τότε που ήμουν έφηβος κι η μάνα μου ανησυχούσε ότι έπαιρνα ναρκωτικά, κι έμπαινε στο δωμάτιό μου κρυφά όταν έλειπα στο φροντιστήριο κι έψαχνε τα πράγματά μου. Μπαίνει και τώρα. Χτυπάει απαλά την πόρτα. Τάχα μου να μαζέψει τα πεταμένα ρούχα απ’ το πάτωμα. Και μ’ αρχίζει στο μπίρι-μπίρι. Που θα με φάει η βρώμα εδώ μέσα. Ούτε μια βδομάδα δεν πέρασε και κατάφερα και το ‘κανα αχούρι πάλι. Πού γύρναγα χτες μέχρι τα ξημερώματα; Γιατί δεν παίρνει πια τηλέφωνο η Ελένη; Οι βρισιές ξεχειλίζουν απ’ τα χείλη μου: «Δε με χέζεις κι εσύ και όλοι σας». Γροθιά στον τοίχο. Το ράφι τραντάζεται. Το πειρατικό χίλια κομμάτια στο πάτωμα. Η μάνα μου κρεμασμένη στο χερούλι της πόρτας: «Τι σου φταίμε εμείς παιδάκι μου;»

 

Δε μου φταίτε εσείς. Και ποιος μου φταίει; Ποιος φταίει που βρίσκομαι τώρα εδώ με δυο-τρία κωλόχαρτα στον τοίχο και χωρίς καμία προοπτική για ζωή; Χωρίς καμιά ελπίδα. Κι έχουνε το θράσος και μου λένε ότι τα φάγαμε μαζί. Όχι. Εγώ φρουτόκρεμα έτρωγα μαζί με το παραμύθι του να είμαι καλός μαθητής, να σπουδάσω, να έχω μια άνετη ζωή. Να κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα. Τα όνειρά μου. Μου τα στερήσατε. Τα φάγατε κι αυτά. Και θέλετε τώρα να νοιαστώ να μη χρεοκοπήσει η χώρα. Να χρεοκοπήσει. Δε με νοιάζει καθόλου. Γιατί εμένα ήδη με χρεοκοπήσατε.

δημοσιεύτηκε στη FAQ, 27.O1-O2.O2.2011