Ημερολόγιο

Τρελό μου όνειρο δε σε αφήνω
να με αφήσεις.
Με προσέλαβαν να σε υπηρετώ
να προσπαθώ και ΄γω όπως και τόσοι άλλοι
να σε κρατάω στον αφρό να μη βουλιάζεις

Σηκώθηκες δυο ώρες νωρίτερα. Μούλιασες τα αφυδατωμένα μούτρα σου σε ενυδατικές, κερώθηκες – τρόπος του λέγειν – από την κορυφή μέχρι τα νύχια, σχημάτισες το άψογο τοξωτό φρύδι, φώναξες και την κοπέλα να βερνικώσει τα άκρα σου. Πρέπει να είσαι αψεγάδιαστη. Το βράδυ έχεις ραντεβού. Προς το παρόν πρέπει να πας στη δουλειά. Φοράς τη μάσκα της συνέπειας και βγαίνεις απ’ το σπίτι. Τρεις κλήσεις οικογενειακού και κοινωνικού χαρακτήρα στο δρόμο προς το γραφείο. Το ενδιαφέρον σου για τους άλλους αποδεικνύεται έμπρακτα. Είσαι η καλή φίλη. Η τέλεια κόρη. Στο ασανσέρ κάνεις την αλλαγή. Και για τις επόμενες δέκα ώρες είσαι η επαγγελματίας. Είσαι τελειομανής και η δουλειά πρέπει να γίνεται σωστά. Τα πάντα περνούν απ’ τα χέρια σου. Όταν τελειώσεις τη δουλειά, θ’ αφήσεις τη μάσκα της επαγγελματία στο αυτοκίνητο και θα φορέσεις την άλλη. Του απόλυτου θηλυκού. Την κουβαλάς πάντα καβάτζα μες την τσάντα. Θα τη σετάρεις και με την άλλη, της απελευθερωμένης, που της ταιριάζει γάντι. Αλλαγή φούστας, γόβας, αφαίρεση γιλέκου, άνοιγμα δύο κουμπιών στο πουκάμισο και είσαι έτοιμη.

 

Ο άντρας που σε περιμένει στο μπαρ είναι όμορφος και επιτυχημένος. Αλλά λίγο βαρετός. Δε σε νοιάζει και πολύ. Σάμπως θα τον παντρευτείς; Να περάσεις λίγο καλά μόνο. Στο δεύτερο ποτό πας στην τουαλέτα για αναστήλωση. Πούδρα, κραγιόν και υπενθύμιση. Στα χείλη, οι συσπάσεις επιτρέπονται μόνο προς τα πάνω. Λαμπερή, sexy και χαμογελαστή. Στο τρίτο ποτό μάχεσαι με τη γλωσσολογία. Το στερεότυπο δε θα περάσει. Δεν είσαι γεροντοκόρη, ούτε πουτάνα. Είσαι η αμετανόητη εργένισσα. Η μπατσελορέτ. Το συναίσθημα, η συντροφικότητα, έχουν πεθάνει όλα. Πληρώνετε μισά-μισά και πηγαίνετε σπίτι σου. Οι ανάγκες πρέπει να ικανοποιούνται. Κι εσύ μπορείς να το κάνεις σαν άντρας. Μετά λες ότι έχεις ταξίδι το πρωί. Είσαι η κατασταλαγμένη γυναίκα που δε δέχεται αλλαγές στην καθημερινότητά της. Το σπίτι αδειάζει από παρουσία και ανοίγεις τον υπολογιστή. Email: «Που χάθηκες;» Η κολλητή σου που σε ψάχνει δυο μήνες τώρα. Την ξέγραψες. Δεν έμεινε μάσκα γι’ αυτήν. Δεν απαντάς. Βάζεις status στο facebook: «Χτες κηδεύσαμε τις ανθρώπινες σχέσεις. Θα τα πούμε στα σαράντα» και πέφτεις για ύπνο.

 

Τρεις ώρες ύπνου. Είσαι κουρασμένη και το ταξίδι είναι μακρινό. Κρύβεσαι πίσω από τα μαύρα σου γυαλιά και αποκοιμιέσαι. Ξυπνάς και έχεις φτάσει. Σε περιμένει ένα κορίτσι με μια τεράστια αγκαλιά κι ένα ανοιχτό μυαλό. Αιφνιδιάζεσαι. Δεν έχεις προετοιμαστεί. Κινείσαι σαν playmobil. Προσπαθείς να κρατηθείς στη ρουτίνα σου.  Κάνεις τις δουλειές σου κι έχεις στο μυαλό το πρόγραμμά σου. Στο τέλος της ημέρας, θέλεις να σηκωθείς, να πας στο μπάνιο, να ξεβάψεις την πρωινή μάσκα, να φορέσεις την άλλη, του σαββατόβραδου, αλλά δίπλα σου είναι ξαπλωμένο το κορίτσι που λαγοκοιμάται και σου μιλάει για ένα όνειρο. Και θέλεις να κάτσεις να το ακούσεις ολόκληρο. Και η ώρα περνά, έχεις γράψει το ποίημά σου πιο γρήγορα από ποτέ, το κορίτσι σηκώνεται, είναι ώρα να βγείτε έξω και βγαίνεις όπως είσαι. Με τη μάσκαρα να έχει σχηματίσει γραμμούλες. Τα μαλλιά σου πιασμένα σε έναν στραβοχυμένο λουκουμά. Χωρίς μάσκα. Χωρίς πρόγραμμα. Γιατί σου λέει: «Σήμερα δεν έχει δεν» και η διάθεση της σε παρασύρει σε κάτι που μοιάζει με ζωή κι έχει για soundtrack ένα τραγούδι που λέει: «Δε μ’ ένοιαζε αν ήσουν όμορφη».