Ημερολόγιο

κάθε πρωί σου γράφω ένα ποίημα 
που το ίδιο βράδυ σβήνω
γιατί έχεις προλάβει ήδη
και το έχεις ξεπεράσει

Παρασκευή πρωί ξυπνάω και κάνω το σπίτι λαμπίκο. Τινάζω όλα τα μόρια σκόνης. Κάποια πάνω στα φρεσκοπλυμένα της γειτόνισσας. Αλλά, τι να κάνω; Να περιμένω να τα μαζέψει; Δε θα τελειώσω ποτέ. Πέντε η ώρα, μόλις που ‘χω ξεμπερδέψει, παίρνει τηλέφωνο η θεία να πάω τον παππού στον οφθαλμίατρο. «Ρε θεία», της λέω, «πάρε ένα ταξί, εγώ είμαι μέχρι τον αγκώνα στα νερά, δεν πήρες κι εσύ λίγο νωρίτερα». Φτιάχνω έναν ελληνικό και στρώνομαι να ελέγξω κάτι εκθέσεις με θέμα τα πειράματα σε ζώα. Άντε να δω τι γράψαν πάλι τα καμάρια μου. Στην πρώτη παράγραφο τα παρατάω – το άτομο είναι υπέρ! Άσε να διαβάσω τα mail μου και τις διορθώνω αύριο. Στο inbox μου ερωτηματολόγια αξιολόγησης για το μεταπτυχιακό. Συμπληρώστε τα και στείλτε τα μέχρι τη Δευτέρα. Τα θυμάμαι αυτά, τα ‘χαμε και στην Αγγλική. Ρε γαμώτο, αυτά υποτίθεται ότι συμπληρώνονται ανώνυμα κατά τη διάρκεια του μαθήματος και παραδίνονται σε σφραγισμένο φάκελο στη γραμματεία. Έτσι είναι τελείως παράνομο. Κάτσε να στείλω mail να παραπονεθώ. Αλλά απ’ την άλλη, ποια είσ’ εσύ που θα παραπονεθείς; Τι νομίζεις δηλαδή; Ότι θα σε δεχόντουσαν αν δεν ήταν ο θείος κοινοτάρχης; Και θες και να παραπονεθείς ρε βούρλο. Τον σκασμό, και δεν έχεις παραδώσει ακόμα διπλωματική. Συμπληρώνω τα ερωτηματολόγια, κάνω ένα ντουζάκι και πετάγομαι πλατεία να κοιτάξω καμιά βιτρίνα. Βρίσκω μια θεσούλα σε μια γωνία, το χώνω, κλείνω λίγο τη ράμπα για τους ανάπηρους, αλλά τι να κάνουμε; Δε θα κάνω και δυο ώρες. Αγοράζω ένα ωραιότατο παλτό, πετάγομαι και μία supermarket στα γρήγορα, μην πάρω και καμιά κλήση απ’ τη δημοτική, αν και το αποκλείω τέτοιες μέρες – δημοτικές έχουμε την Κυριακή. Τρέχω όμως, πατάω λίγο μια γύφτισσα που ζητιανεύει απ’ έξω με το μωρό της αγκαλιά – καλά δεν το λυπάται η κακούργα και το ‘χει έξω με τέτοια ψύχρα; Γιγαντιαίες ουρές στα ταμεία, χώνομαι διακριτικά μπροστά από μια γιαγιά που κοιτάει απ’ την άλλη, πληρώνω και την κάνω. Φτάνω στο αυτοκίνητο, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Γυρνάω σπίτι – έχει πάει η ώρα δέκα, κάθομαι να φάω, χτυπάει το τηλέφωνο, το σηκώνω, ο δήμαρχος – μαγνητοφωνημένο μήνυμα – βραδιάτικα το βόιδι, το κλείνω και την ξαναπέφτω στη μάσα. «Δεν την πήρε την προαγωγή η Άννα, τη δώσαν στον Πάνο», μου λέει ο αδερφός μου. Α τους ξεφτίλες, στον Πάνο που φιλάει κατουρημένες ποδιές. Φτου γαμώτο, πάλι ξέχασα να τηλεφωνήσω στην Ελένη στο ΙΚΑ να ζητήσει από το γνωστό το γιατρό της να μου γράψει εκείνη τη συνταγή. Τέλος πάντων, από Δευτέρα, έχει περάσει η ώρα, έχει και master chef, βάζω την ωραία την αντιρυτιδική στο μάτι και αράζω μπροστά στην τηλεόραση.