Ημερολόγιο

σκάβω λάκκους
θάβω μέρες
πολλές χωρούν
στον ίδιο
επιμελώς θρηνώ
την κάθε μία
την επόμενη

Δεν είναι μόνο δική σου η Αθήνα. Είναι και δική μου. Γεννήθηκα εδώ όπως εσύ. Εσύ, που με σταματάς για εξακρίβωση σχεδόν κάθε μέρα. Τι κοιτάς σα χάνος την ταυτότητά μου; Με καθυστερείς. Χτυπάω κάρτα στη δουλειά. Θα χάσω το λεωφορείο. Με καρφώνεις όταν ανεβαίνω. Τραβάς την τσάντα σου μπροστά αν στέκομαι πίσω σου. Την αγκαλιάζεις σφιχτά. Και με τα δυο χέρια. Αφήνεις κενή τη θέση δίπλα μου. Με στραβοκοιτάς που δε σηκώνομαι να κάτσουν οι άλλοι άνθρωποι. Καμιά φορά ψιθυρίζεις κιόλας. Είσαι παρέα με τις φίλες σου και λες ότι βρομάω. Σ’ ακούω. Δεν είναι ανάγκη να φωνάξεις: «Σήκω ρε βρομόσκυλο». Σ’ ακούω. Σε καταλαβαίνω. Σου απαντάω. Γιατί με κοιτάς λες και σου μιλάει εξωγήινος; Λες να μην ξέρω ελληνικά; Στο Παγκράτι μεγάλωσα. Κι όταν περνάω ανάμεσα στα τραπέζια στις καφετέριες και στα κλαμπ, γιατί μαζεύεις το κινητό σου και το βάζεις στην τσέπη; Και γιατί πάντα εγώ πρέπει να πληρώνω επιτόπου, όταν οι άλλοι ζητούν το λογαριασμό τους σαν κύριοι την ώρα που φεύγουν; Κι όταν σου δίνω τα λεφτά, το χέρι μου γιατί δεν τ’ ακουμπάς; Και γιατί μου ζητάς να σου βρω cd του 50 Cent και δεν ξέρω γω ποιανού άλλου; Δεν ακούω χιπ χοπ γαμώτο μου. Κι οι φίλοι μου δεν πουλάνε cd. Ούτε μαριχουάνα. Γι’ αυτό, όταν με πετυχαίνεις στα πάρτι, μη με ρωτάς αν παίζει τίποτα καλό. Δεν καπνίζω χόρτο. Δεν έχω καπνίσει ποτέ.

Κι όταν κρατώ τη Μαρία απ’ το χέρι, γιατί μας κοιτάς σα να ‘μαστε νεογέννητα κουταβάκια κι είσαι στο τσακ να πλησιάσεις να μας κάνεις γούτσου-γούτσου; Σε εντυπωσιάζει ο συνδυασμός χρωμάτων. Σου θυμίζει διαφήμιση της Benetton, έτσι δεν είναι; Εσύ, που δε χάνεις αντιρατσιστική συναυλία και φεστιβάλ. Που το κινητό σου χτυπάει σε ήχους Bob Marley. One Love. Που στο facebook έβαλες status τη λύπη σου για τη θανάσιμη πτώση του αλλοδαπού καθαριστή από το κτίριο του υπουργείου εργασίας. Στα γενέθλιά σου όμως είπες στη Μαρία να ‘ρθει μόνη της. Διακριτικά, μην το καταλάβω. Δεν είχες εσύ το πρόβλημα. Οι γονείς σου. Δεν είναι ρατσιστές, μην τους παρεξηγήσω. Το καλό της Μαρίας σκέφτονται. Κι ο πατέρας της το ίδιο. Μας έπιασε τις προάλλες και τους δυο: «Να φυλάγεστε. Η φτώχια γεννάει το μίσος. Θα σας κυνηγήσουν. Θα σας κάνουν κακό». Κανείς δε θα κάνει κακό στη Μαρία. Να χωρίσουμε. Με τη Μαρία, που μπήκε στην αίθουσα του φροντιστηρίου κι ήρθε και κάθισε δίπλα μου, όταν οι άλλοι δήθεν περίμεναν τον καθηγητή απ’ έξω. Θα χωρίσουμε. Θα τη βλέπω στους διαδρόμους της φιλοσοφικής και δε θα την τραβολογώ στον τέταρτο για καφεδάκι.

Δεν πίνουν οι μαύροι καφέ. Μπίρα μόνο. Μπίρα με τ’ αδέρφια στην πλατεία Αμερικής. Τι άλλο θες από μένα; Σπαστά ελληνικά; Πραμάτεια από τσάντες, πορτοφόλια και ξύλινους ελέφαντες στην Ερμού; Χαχόλικα τζιν και σειρές από χρυσές αλυσίδες; Ή ακόμα καλύτερα την παραδοσιακή στολή της χώρας των γονιών μου; Να κάθεσαι να με παρατηρείς σαν εξωτικό πουλί μέσα στο ίδιο μου το σπίτι; Να εξυπηρετείται ευκολότερα το στερεότυπό σου. Να ολοκληρώνεται πολύχρωμα η πολυπολιτισμική σου ιδέα. Πες μου τι άλλο θέλεις. Πες μου που να χωρέσω.