Ημερολόγιο

κάθε πρωί σου γράφω ένα ποίημα 
που το ίδιο βράδυ σβήνω
γιατί έχεις προλάβει ήδη
και το έχεις ξεπεράσει

Θα το πω σε όλους. Στον καθένα με τον τρόπο του. Στον αδερφό μου χαλαρά. Την ώρα που πίνουμε μπίρες. «Ανδρέα, είμαι γκέι.» Θα κατεβάσει μια γερή γουλιά να κερδίσει χρόνο και δε θα πει τίποτα. Δε μιλάει ποτέ για τα προσωπικά των άλλων. Τα αφήνει να εξελιχθούν και είναι πάντα εκεί για τη νεκροψία. Στη μαμά λάου-λάου. Κι ακόμα κι έτσι θα απειλήσει με καρδιακή προσβολή. Θα τεντώσει το κεφάλι προς τα πίσω και, με τα χέρια στο στήθος, θα εκπνεύσει μια βαθιά ανάσα μαζί με μια δήλωση όπως: «Να μας σκοτώσεις θέλεις. Και μένα και τον πατέρα σου». Θα κλάψει κιόλας. Δε θα δακρύσει απλά. Θα κλάψει με λυγμούς. Όπως έκλαψε μόνο όταν έχασε τους γονείς της. Εγώ θα της φέρω ένα ποτήρι νερό και θα περιμένω να ηρεμήσει. Δε θα περάσει πολλή ώρα. Δεν έχει υπομονή. Θέλει να μάθει τα πάντα. Αν είμαι σίγουρος. Που το θυμήθηκα τώρα, κοντά τριάντα χρονών άντρας. Γιατί το έκρυβα τόσα χρόνια. Ποιοι με παρασύρανε. Αν ντύνομαι με γυναικεία ρούχα. Αν έχω σχέση. Πως τον λένε. Τι δουλειά κάνει. Τα πάντα. Θα απαντήσω σε όλες τις ερωτήσεις. Θα της πω την αλήθεια για όλα. Όχι επειδή είμαι υποχρεωμένος. Επειδή το αξίζει. Δε θα αρκεστεί όμως στις ερωτήσεις. Θα συνεχίσει με δυσοίωνες προβλέψεις. Απειλές. Ότι θα είμαι πάντα δυστυχισμένος. Ότι εδώ είναι Ελλάδα, και η κοινωνία δεν είναι ακόμα έτοιμη. Ότι θα με κράζουν όπου κι αν πηγαίνω. Θα συγκρατηθώ. Δε θα πω τίποτα. Θα την αφήσω να τα βγάλει όλα από μέσα της. Δε θα μπλέξω σε μια συζήτηση που δε θα οδηγήσει πουθενά. Θα καταραστεί και την τηλεόραση, που σ’ όποιο κανάλι κι αν γυρίσεις θα πέσεις πάνω σε μια κραγμένη. Λες και ξαφνικά γίναν όλοι οι άντρες αδερφές. Την προτεινόμενη θεραπεία θα την κρατήσει για το τέλος. Να πάμε σε ψυχολόγο, στον παπά της ενορίας να με διαβάσει, στην κυρά Κούλα την ξεματιάστρα. Το ξέρει ότι λέει μαλακίες. Αλλά πρέπει να τις πει. Κι όταν τις πει και ξεσπάσει θα θυμηθεί τον πατέρα. Τον πατέρα που θα πάθει εγκεφαλικό αν το μάθει. Δε θα πάθει εγκεφαλικό. Αλλά θα γκρεμιστεί όλος του ο κόσμος. Ο κόσμος του όπως τον ήξερε. Όπως τον φανταζόταν. Στον μπαμπά θα το πω σταράτα. Του αρέσουν τα λόγια τα αντρίκεια. Χωρίς εισαγωγές και σάλτσες. «Είμαι ομοφυλόφιλος.» Και τελεία. Μετά θα μιλήσει αυτός. Θα επιχειρηματολογήσει. Θα προσπαθήσει να μου αποδείξει πως έχω άδικο. Πως έκανα μια λανθασμένη επιλογή. Δε θα πει πολλά. Θα καταλάβει γρήγορα πως ο συλλογισμός του δε στέκει. Θα σωπάσει. Και θα πέσει σε βαθιά κατάθλιψη. Και δεν ξέρω αν θα την ξεπεράσει ποτέ. Μη με παρεξηγείς. Δε θέλω να σκοτώσω τους γονείς μου. Ούτε να τους εκδικηθώ. Δε θέλω να ζήσουν ένα δράμα. Ούτε να είναι δυστυχισμένοι. Το λέω γιατί δεν το είπες εσύ χθες. Και αν σήμερα δεν το πω κι εγώ, κι εσύ αύριο θα κάνεις τους δικούς σου γονείς δυστυχισμένους.