Ημερολόγιο

Εχθές μάλωσα με το ρολόι που μου ‘λεγε πως είναι 
είκοσι-τέσσερις οι ώρες που μένουν μέχρι αύριο τέτοια ώρα 
όπως μάλωνα όταν ήμουν παιδί με τη μαμά μου που επέμενε 
ότι η Καθαρά Δευτέρα πέφτει πάντα Δευτέρα

Στριφογυρίζω. Δε με χωράει ο τόπος. Θέλω να βγω έξω. Στο δρόμο. Δεν ξέρω που να σταθώ. Και που να ‘ξερα δηλαδή, σιγά μην προλάβαινα να σταθώ. Έξι άχρηστες ώρες στο σχολείο. Κωλοβάρεμα. Τις μισές ώρες γεμίζω τα βιβλία με σκιτσάκια, τις άλλες κοιμάμαι όρθιος. Καμιά φορά δεν κρατιέμαι και σκάω με το κεφάλι στο θρανίο. Έχει κάνει γούβα, σου λέω. Δε μαθαίνω τίποτα. Το φωνάζω μα δε με πιστεύει κανείς. Μαθαίνεις, μου λένε, θα το καταλάβεις μετά, όταν μεγαλώσεις. Ρε σου λέω τίποτα δε μαθαίνω. Δεν ακούω λέξη που βγαίνει απ’ το στόμα τους. Και γιατί να ακούσω; Αφού μετά θα περάσω άλλες τέσσερις ώρες στο φροντιστήριο και θα ξανακούσω τα ίδια όπως πρέπει. Κωδικοποιημένα. Όπως θα μου τα ζητήσουν στις εξετάσεις. Και σαν να μην έφταναν αυτά έχω και την αγγλικού δυο φορές τη βδομάδα – αλλά γι’ αυτό φταίω εγώ λέει, που τόσα χρόνια δεν ξεστραβώθηκα να πάρω το lower και το κουβαλάω τώρα στην πλάτη μου δευτέρα λυκείου που θα ‘πρεπε να είμαι απόλυτα συγκεντρωμένος στις πανελλήνιες. Και φυσικά κάθε Κυριακή διαγώνισμα στο φροντιστήριο. Έχω πήξει γαμώτο. Όλο διάβασμα. Που λέει ο λόγος δηλαδή. Πάνω απ’ τα βιβλία κάθομαι κι όλο λέω, τώρα θα συγκεντρωθώ, τώρα θα καλύψω τα κενά μου, να γράψω καλά, να περάσω σε καμιά σχολή της προκοπής, κι όχι σε κάνα ΤΕΙ ιχθυοκαλλιέργειας, φτιάχνω και πρόγραμμα μάλιστα, στο google calendar, προσεχτικά, με ώρες για διάβασμα, ύπνο, φαγητό, αφήνω και μια ώρα την ημέρα ελεύθερη να χαλαρώνω, περνάει η ώρα όμως, και μένω με το πρόγραμμα στο χέρι. Αλλά και μόνο που κάθομαι πάνω απ’ τα βιβλία πήζω ρε. Εγώ μόνο μπάλα θέλω να παίζω. Μπάλα, FIFA, και καμιά μαλακία με τα παιδιά. Ούτε μια φορά την εβδομάδα δεν τους βλέπω πια. Κομμένα τα μπασκετάκια. Τα σουβλάκια στην πλατεία. Οι χαβαλέδες. Βάλαν τα κεφάλια μέσα. Κάθομαι μόνος σπίτι στο κομπιούτερ, βλέπω βιντεάκια στο youtube, στην τηλεόραση έχει κάνει κατάληψη η μάνα μου, όλη μέρα βλέπει μαγειρικές εκπομπές, το άτομο τα ‘χει παίξει τελείως. Τι σκατά τα βλέπει δεν καταλαβαίνω. Αφού σπάνια μαγειρεύει. Γινήκαμε κώλος πάλι προχτές. Της είπα ότι θα κατέβω στην πορεία για τον Αλέξη. Φρίκαρε. Με κάθισε κάτω και με άρχισε με το μαλακό. Στην αρχή. Που θα πάω, και μπορεί να πάθω κάτι, θα με χτυπήσουν, θα αναπνεύσω τα ληγμένα τα χημικά και όλα τα σχετικά. Μετάνιωσα που δεν της είπα ψέματα όπως πέρυσι ότι θα πήγαινα στο σπίτι της Κωνσταντίνας – είχε χαρεί η ηλίθια, έφυγε ένα βάρος από πάνω της γιατί φοβόταν ότι της είχα βγει αδερφή, πιάνει το χέρι μου βλέπεις στη ζωγραφική, και έβαζε τον μπαμπά να με πηγαίνει κάθε Σαββατοκύριακο στο γήπεδο, για να δεθούμε υποτίθεται, μια φορά την βδομάδα τον βλέπω, δεν του είπε τους φόβους της μην του ξεφύγει καμιά χοντράδα. Τέλος πάντων, μαλακία έκανα που της το ‘πα, πήρε ανάποδες όταν είδε ότι δεν έπιασε η επίκληση στο συναίσθημα και άρχισε να μου τα χώνει. «Τρελάθηκες τελείως; Που θα πας; Και στο κάτω κάτω τι σε νοιάζει εσένα; Από πότε άρχισες να ασχολείσαι με αυτά; Ούτε εφημερίδα δε διαβάζεις. Ούτε ειδήσεις δε βλέπεις. Μόνο από μπάλα και FIFA ξέρεις. Δεν έχεις ιδέα τι συμβαίνει στον κόσμο. Στην κοσμάρα σου ζεις. Δεν έχεις άποψη για τίποτα. Ιδεολογία καμία. Μόνο φιγούρα σε νοιάζει να κάνεις ρε μαλακισμένο. Κάτσε να πάρω τον πατέρα σου να ΄ρθει να σε μαζέψει». Σηκώθηκα κι έφυγα. Έκλεισα και το κινητό. Να πάει να γαμηθεί η σκύλα. Που δίκιο έχει. Ιδέα δεν έχω τι γίνεται. Αλλά χέστηκα. Ένας γαμημένος μπάτσος σκότωσε ένα παιδί. Στ’ αρχίδια μου όλα τ’ άλλα. Να καούνε όλοι τους. Δεν είναι φτωχόπαιδα που θέλησαν να βρούνε μια σταθερή δουλειά. Κωλοπαιδαράδες είναι. Τραμπούκοι που γουστάρουν να βαράνε. Μαθητές, γέρους, όποιον πάρει ο χάρος. Να καούνε όλοι. Και τα μαγαζάκια τους, τα αυτοκινητάκια τους, τα κομποδεματάκια τους κι όλα. Όλα τα άχρηστα σκατά τους, που μαζέψανε και θέλουν να τ’ αφήσουν τώρα σ’ εμάς. Να πα να γαμηθούνε όλα. Στη φωτιά. Και μετά απ’ την αρχή. Όπως θέλουμε εμείς.