Ημερολόγιο

κάθε πρωί σου γράφω ένα ποίημα 
που το ίδιο βράδυ σβήνω
γιατί έχεις προλάβει ήδη
και το έχεις ξεπεράσει

Ο αδερφός μου μικρός ήταν απ’ αυτά τα αξιολάτρευτα παιδιά που κάνουν συνεχώς ερωτήσεις, και που αργά ή γρήγορα εξαντλούν την υπομονή των περήφανων γονιών τους. «Μαμά, ποιος ανάβει τα φώτα στο δρόμο;» «Ο δήμαρχος παιδί μου.» «Και το σιντριβάνι;» «Ο δήμαρχος κι αυτό.» «Και το χριστουγεννιάτικο δέντρο;» «Αυτός.» Αποφάσισε λοιπόν να γίνει δήμαρχος. Δεν είχε όμως καμιά περίεργη καύλα με την εξουσία, κι έτσι τα όνειρα για δημαρχιλίκια ξεχάστηκαν γρήγορα. Εγώ από την άλλη, ήμουν ένα παιδί που ήθελε πάντα να λέει τη γνώμη του και πάντα να έχει δίκιο. Κι επειδή κάθε φορά που υπήρχε κάποια κρίση άκουγα τους μεγάλους να λένε: «Και τι έχουν να πουν γι’ αυτό οι πνευματικοί άνθρωποι του τόπου;» αποφάσισα όταν μεγαλώσω να γίνω πνευματικός άνθρωπος. Και δεν το ξέχασα.

Στο σχολείο δραστηριοποιήθηκα στον αγώνα κατά των διακρίσεων. Όλα τα παιδιά είχαμε το δικαίωμα να πηγαίνουμε στο γραφείο του διευθυντή για κιμωλίες, όχι μόνο ο καλύτερος μαθητής και αγαπημένος του δασκάλου. Στο πανεπιστήμιο έλαβα ενεργά μέρος σε κινήματα κοινωνικού και οικολογικού χαρακτήρα μένοντας συνειδητά μακριά από πολιτικές παρατάξεις. Οραματίστηκα μια ιδανική κοινωνία και πάλεψα με νύχια, δόντια αλλά και με την πένα μου για να την κάνω πραγματικότητα. Αργότερα έκανα κι ένα μεταπτυχιακό για να γίνω συγγραφέας να μπορεί ευκολότερα να μπει πάνω μου η σφραγίδα του πνευματικού ανθρώπου. Τα γραπτά μου υπηρέτησαν τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία και την ελευθερία και εκδόθηκαν σε έντυπα που δεν εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα κανενός. Εξέδωσα και δύο βιβλία σε ένα μικρό εκδοτικό οίκο. Δεν γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία αλλά οι κριτικοί τα αποθέωσαν. Αναγνωρίστηκα, κι άρχισα να λαμβάνω διάφορες προτάσεις. Είπα ναι μόνο σ’ αυτές που δεν έρχονταν ενάντια στα πιστεύω μου.

Ύστερα ήρθαν τα δίδυμα να διπλασιάσουν την οικογενειακή μου ευτυχία και μαζί τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Το επόμενό μου βιβλίο το πήγα σ’ ένα μεγάλο οίκο, μου ‘παν να το ρίξω μια ματιά ακόμα, δε θα πουλούσε όπως ήταν. Γύρισα σπίτι, το μαγείρεψα και το ξαναπήγα δυο μήνες μετά. Έκανε πάταγο. Το απόλυτο δώρο για τα Χριστούγεννα. Μάτωσαν τα πόδια μου να τρέχω σε παρουσιάσεις με καινούριο παπούτσι κάθε φορά – ο υπεύθυνος πωλήσεων ήθελε τη δημόσια εικόνά μου λαμπερή. Γνώρισα καλλιτέχνες, δημοσιογράφους, πολιτικούς, γίναμε φίλοι, έγραψα τα δίδυμα στο κολέγιο που πήγαιναν τα παιδιά τους, μετακομίσαμε στην Κηφισιά, αγόρασα κι ένα τζιπ μην είμαστε σαν τη μύγα μες το γάλα. Το κεφάλι ψηλά ακόμα.

Κι ύστερα ήρθε η κρίση. Τα παιδιά σε πανεπιστήμια στην Ευρώπη, δίδακτρα, τα νοίκια δύο, τα έξοδα πολλά. Άρχισα να γράφω με ψευδώνυμο σε φυλλάδες, να περάσει η μπόρα, να την βγάλουμε καθαρή. Οι λογαριασμοί φούσκωναν, δε μου έμεναν λεφτά ούτε βενζίνη να βάλω, υπέκυψα στις πιέσεις, έβαλα την υπογραφή μου όπου μου ζητούσαν, βγήκα στην τηλεόραση, στα παράθυρα, έπεσα στα σκατά, τα διαφήμισα κιόλας – αυτά με έτρεφαν. Λύγισα.

Και τώρα που ακούω τις εκκλήσεις προς τους πνευματικούς ανθρώπου θέλω να απαντήσω. Αλλά ντρέπομαι. Προς το παρόν.