Ημερολόγιο

Όταν ο παππούς μιλάει με δύο φωνές
διστάζω στο άνοιγμα της πόρτας
μην ξέροντας να τον διακόψω ή όχι
είναι οι μόνες φορές που πιστεύω σε θεό

Τον τελευταίο μήνα το τηλέφωνο χτυπούσε σχεδόν καθημερινά. Φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι ζήτησαν την ψήφο όλου του σογιού μου – θηλυκή η ψήφος μιας και στερεοτυπικά της αποδίδω τα χαρακτηριστικά εκείνα μιας όλο υποσχέσεις γυναίκας. Το χιούμορ μου στα καλύτερα του εκτόξευε τις προσβολές που απαιτούσε η κάθε περίπτωση χωρίς να το πάρει κανένας χαμπάρι. Η μητέρα άκουγε με προσοχή τη μαλακία του καθενός και φυσικά υποσχόταν την ψήφο της σε όλους (εξηγώ προς αποφυγή παρεξηγήσεων: Η μητέρα έχει κύκλο ευυπόληπτο, και παιδιά. Το ένα από αυτά –αυτό που αργότερα θα της θυμίσει ποιους και τι ψήφισε– θύμα της οικονομικής κρίσης). Ο πατέρας διαθέτει ένα αξιοζήλευτο ταλέντο που αποθάρρυνε τους τηλεφωνικούς ψηφοθήρες και έτσι την έβγαλε καθαρή.

Και πέρασαν οι εκλογές και δεν έδωσα καμιά σημασία σ’ όλο αυτό το γραφικό ψάρεμα, μέχρι που έλαβα ένα mail το οποίο με παρότρυνε να ψηφίσω το βιβλίο μιας δικιάς μας συγγραφέα ανάμεσα σε άλλα δεκαπέντε. Το βιβλίο το είχα διαβάσει και το είχα βρει και καλό. Τα υπόλοιπα δεκατέσσερα όμως όχι. Πως λοιπόν θα το ψήφιζα; Και μη μου πεις «καλά, δε σου βάλανε και το μαχαίρι στο λαιμό» ή «το mail αυτό απευθυνόταν σε αυτούς που είχαν διαβάσει και τα δεκαπέντε» ή οτιδήποτε άλλο. Γιατί το να με πλησιάζει ο περιπτεράς και να μου λέει ότι ο γιος του κατεβαίνει υποψήφιος και να τον στηρίξω – μια πόρτα είμαστε ρε αδερφέ μου –  απέχει πολύ από το να με πλησιάζουν άτομα που διεκδικούν μια θέση στο χώρο της παιδείας, του λόγου και της λογοτεχνίας και να μου προτείνουν να υποστηρίξω τους δικούς μας. Τους δικούς μας αβλεπεί, και εις βάρος των άλλων. Μην κάθεσαι και σκας, όμως. Και οι άλλοι έχουν τους δικούς τους να τους ψηφίσουν κι έτσι θα τηρηθεί μια ισορροπία. Μην κάθεσαι και σκας.