Ημερολόγιο

Τρελό μου όνειρο δε σε αφήνω
να με αφήσεις.
Με προσέλαβαν να σε υπηρετώ
να προσπαθώ και ΄γω όπως και τόσοι άλλοι
να σε κρατάω στον αφρό να μη βουλιάζεις

Πηγαίναμε ταξίδι. Πήραμε ένα τρένο που πήγαινε κάπου. Μου είπες μα το ξέχασα. Κοιτούσα έξω, τις πόλεις που περνούσαν. Μου 'λεγες τα ονόματα ξανά και ξανά. Τις είχες ξαναδεί. Κοιτούσες μόνο εμένα και γέλαγες. Ακόμα δε με ήξερες κι έψαχνες τις ουλές στο πρόσωπό μου. Εσένα το πρόσωπό σου ήταν καθαρό. Μα το σώμα σου ίδρωνε αίμα. Ήταν από τότε που ήσουνα παιδί κι έμεινες για δυο χρόνια σ’ ένα τσίρκο που απασχολούσε μόνο κλόουν. Μετά σε βρήκε η μάνα σου και σου 'ραψε μία ολόσωμη φόρμα. Απορροφητική. Τη φορούσες ακόμα και τότε. Μα με τα χρόνια είχε ξεφτίσει στις ραφές και έσταζε. Όταν φτάσαμε εκεί που πηγαίναμε, η πόλη είχε εξαφανιστεί. Έψαξα κάτω απ' τις πέτρες για κάμποση ώρα αλλά δεν τη βρήκα πουθενά. Εσύ περίμενες στο βαγόνι και με κοιτούσες με θαυμασμό. Ρώτησες το σταθμάρχη αν θα επέστρεφε ποτέ και μετά μου φώναξες να ανέβω πάλι γρήγορα. Το τρένο θα 'φευγε αμέσως. Ούτε μου πέρασε απ' το μυαλό ν’ ανέβω. Η πόλη είχε αρχίσει να αναδύεται, έβλεπα ήδη τις καμινάδες από τα εργοστάσια. Όταν ξεκίνησε το τρένο έκανες να πηδήξεις μα τελικά το μετάνιωσες και κάθισες ξανά στο κάθισμά σου γρήγορα. Εγώ έμεινα εκεί κι όταν ξεπρόβαλε η πόλη όλη, τη γύρισα μόνη μου σπιθαμή προς σπιθαμή. Το όνομά της το μόνο που δεν έμαθα. Το χώμα είχε καλύψει τα χείλη μου από ώρα όταν κατάφερα τελικά να θυμηθώ τις ξένες λέξεις που μου έμαθες.