Ημερολόγιο

κάθε πρωί σου γράφω ένα ποίημα 
που το ίδιο βράδυ σβήνω
γιατί έχεις προλάβει ήδη
και το έχεις ξεπεράσει

Το ήθελα πολύ αυτό το ποδήλατο. Το αποζητούσα από τότε που γυρνούσαμε πεζή από το νησί και πλάι μας έπλεε ένα καταμαράν πάνω στο οποίο παραθέριζαν δύο κροκόδειλοι. Ολημερίς τρωγόντουσαν σαν τα σκυλιά, ο ωκεανός είχε γεμίσει με κομματάκια από το δέρμα τους που επέπλεαν σα σημαδούρες. Μα σαν έπεφτε ο ήλιος κι έφτανε η ώρα να μαζευτούν τα πανιά, τι όμορφα που δούλευαν παρέα, με τι χάρη έριχναν την άγκυρα κι έπειτα περίμεναν υπομονετικά μέχρι να τη νιώσουν που έπιανε πάτο. Υπόθεση που, αναλόγως με την περίπτωση, μπορούσε να διαρκέσει από τρία δευτερόλεπτα μέχρι και τρεις ώρες. Κι όταν αργούσε η άγκυρα να πιάσει πάτο, τι χάρμα οφθαλμών να τους κοιτάζεις καθισμένους με τις ώρες πλάι-πλάι, αυτάρκεις. Τους ζήλεψα πολύ αυτούς τους κροκόδειλους. Προσπάθησα να τους πλησιάσω ένα βράδυ που αγκυροβολούσαν δίπλα σ' ένα πλοίο το οποίο φιλοξενούσε πλήθος από εξωτικά πουλιά και μία στρουθοκάμηλο, μα μ' έπιασες πισθάγκωνα και με πέταξες κάτω, λερώνοντας με μπλε το φουστάνι που μου είχες ζητήσει να φορέσω στο γάμο. Άφησες μπροστά μου ένα σκουριασμένο σύρμα για να δέσω τα χέρια μου πίσω απ' την πλάτη κι ύστερα φώναξες στα πουλιά να σε τραβήξουν πάνω. Σου ρίξαν μια αυτοσχέδια σκάλα, που πιο πολύ έμοιαζε με κλουβί, κι εγώ έμεινα εκεί κουλουριασμένη να κοιτάω εκ περιτροπής τους κροκόδειλους, εσένα, τα εξωτικά πουλιά και τη στρουθοκάμηλο. Το βράδυ εκείνο η άγκυρα δεν έπιασε πάτο μέχρι που τα μάτια μου υποτάχθηκαν στην κούραση της πολυήμερης πεζοπορίας.