Ημερολόγιο

Όταν ο παππούς μιλάει με δύο φωνές
διστάζω στο άνοιγμα της πόρτας
μην ξέροντας να τον διακόψω ή όχι
είναι οι μόνες φορές που πιστεύω σε θεό

Τον καιρό πριν το μεγάλο σεισμό μοιραζόμασταν τον ίδιο χώρο, ένα κουτί ένα επί δύο. Τα βράδια αναγκαζόμασταν και κοιμόμασταν με βάρδιες. Όχι γιατί δε χωρούσαμε. Εσύ άλλωστε δε φημιζόσουν για το ύψος σου τότε. Κι από την άλλη εγώ διήνυα την περίοδο εκείνη κατά την οποία είχα απογυμνωθεί από την ηλικία μου τελείως και βρισκόμουν τοποθετημένη σ’ ένα μάρσιπο σφιχτά δεμένο στην πλάτη σου. Έκανα μήνες να δω τα μάτια σου. Κανονικό βρέφος εγώ, κοιμόμουν τα δυο τρίτα της ημέρας τουλάχιστον. Και καθώς μου επιτρεπόταν να κοιμάμαι μπρούμυτα μόνο, ούτε να το διανοηθείς εσύ να κοιμηθείς μπρούμυτα, έμενες ξύπνιος και κοιμόσουν διάσπαρτα τις οχτώ ώρες που απέμεναν, με τα γόνατα κολλημένα στο στήθος. Ιδέα δεν είχα τι έκανες τη μέρα όλη, άκουγα μόνο τη φωνή σου. Θαρρώ ιστορίες μου έλεγες να αποκοιμηθώ. Μιλούσες χαμηλόφωνα, μα τα σίγμα σου σφύριζαν μέσα στους αφρούς που 'βγαίναν απ’ το στόμα σου. Και μόλις ένιωθες τα κενά στις ανάσες μου να αραιώνουν, παράταγες τις ιστορίες και ξεκίναγες να τραγουδάς, ένα τραγούδι δίχως στίχους. Νότες μόνο. Κι εσύ δεν έχανες καμία.

Πρέπει να μου τραγούδησες πολλές φορές τραγούδια γιατί όταν έφτασ’ η ώρα να μιλήσω βγήκε από το στόμα μου ένα μακρόσυρτο σι.