Ημερολόγιο

Τρελό μου όνειρο δε σε αφήνω
να με αφήσεις.
Με προσέλαβαν να σε υπηρετώ
να προσπαθώ και ΄γω όπως και τόσοι άλλοι
να σε κρατάω στον αφρό να μη βουλιάζεις

Και μερικές φορές γινότανε μάχη με κεραυνούς μεγάλη. Καραδοκούσα στη γωνία κάτω απ’ το σπίτι σου, ξυπόλυτη, πίσω απ’ έναν τηλεγραφικό στύλο. Οι περαστικοί με νομίζαν για τρελή, οι γείτονες, που μ' είχαν από καιρό συνηθίσει, με φωνάζαν πελεγρίνα και με κερνούσαν μικροσκοπικά ζαχαρωτά, σαν κουμπιά. Δε με φοβόντουσαν καθόλου. Την πρώτη φορά που έφτασα μόνο, με 'βάλαν και υπέγραψα αμφίπλευρα μία εγγύηση ευστοχίας και από τότε δεν ασχοληθήκαν με το θέμα μου ποτέ ξανά. Έβλεπαν άλλωστε πως εγώ δεν αστοχούσα ποτέ. Μόλις που ξεπρόβαλλε μια στάλα το κεφάλι σου πίσω από την κουρτίνα, τον έτρωγες κατακέφαλα. Το πρόσωπό σου είχε σχιστεί στα δύο, τα χαρακτηριστικά της αριστερής πλευράς σου είχαν αλλοιωθεί, μετά βίας θύμιζες άνθρωπο πια. Κι αν τύχαινε να κάνεις το λάθος και πάταγες το πόδι σου έξω στο μπαλκόνι, εκεί που το τσιμέντο είχε βαθουλώσει και μαζευόντουσαν τα νερά μου όλα, δε σε λυπόμουν –δε θα σε λυπόμουν και να σ’ έβλεπα να ασφυκτιάς μέσα στη ρηχή μου λίμνη, να πνίγεσαι–, σε χτυπούσα ξανά. Και τότε άναβες ολόκληρος, ταγμένη λαμπάδα –πόσο πολύ μου άρεσες ολόφωτος να λάμπεις– και, πηδώντας δεξιά κι αριστερά σα τσαλαπετεινός, ξεκίναγες κι αμόλαγες τριγύρω κεραυνούς, στα τυφλά και αδιακρίτως.

Μήπως δεν τους κατάλαβες καλά σου τους κανόνες γιατί όταν σηκώθηκα να φύγω αντίκρισα γύρω μου κρανίου τόπο.