Ημερολόγιο

Τρελό μου όνειρο δε σε αφήνω
να με αφήσεις.
Με προσέλαβαν να σε υπηρετώ
να προσπαθώ και ΄γω όπως και τόσοι άλλοι
να σε κρατάω στον αφρό να μη βουλιάζεις

Εξάντληση άνευ προηγουμένου. Κάθε πρωί ξυπνάω αισθητά πιο κουρασμένος από το προηγούμενο βράδυ. Πιθανώς να φταίει που πριν καλά-καλά ανοίξω τα μάτια μου θυμάμαι πως αυτό το απαίσιο πλάσμα υπάρχει ακόμα. Κολλημένο επάνω στην οθόνη του υπολογιστή μου, με την πλάτη γυρισμένη σε μένα. Το θράσος σε όλο του το μεγαλείο. Δε με κοιτάει ποτέ. Φαντάζομαι, όμως, πως δε χάνει ευκαιρία να με παρατηρεί τις ελάχιστες εκείνες ώρες που καταφέρνει να με πάρει ο ύπνος. Εκεί, κάπου μεταξύ ονείρου και εφιάλτη, ακούω το ύπουλο θρόισμα των φτερών του. Με ταχύτητα τόσο αργή που το ανθρώπινο μάτι αδυνατεί να τη συλλάβει, αλλάζει τη στάση του σώματός του και γυρίζει προς το μέρος μου. Το ξέρω γιατί η μυρωδιά της βρομερής του ανάσας απλώνεται γύρω μου, χώνεται μέσα στα ρουθούνια μου, έντρομος αναπηδώ στο κρεβάτι, παλεύω να πειθαρχήσω στον ύπνο, να μου επιβάλλω ένα άμεσο ξύπνημα. Χωρίς αποτέλεσμα. Όταν κατορθώνω, ξύπνιος επιτέλους, να σηκώσω το κεφάλι απ’ το μαξιλάρι, αυτό έχει προλάβει να επιστρέψει στη συνήθη θέση του. Μένει μόνο μια περιπαιχτική υποψία της βρομερής του ανάσας να μου υπενθυμίζει ότι όχι μόνο εξακολουθεί να υπάρχει αλλά ότι έχει επίσης τη δυνατότητα να λαμβάνει θέσεις που εγώ μονάχα να φανταστώ μπορώ. Αναγουλιάζω. Τρέχω στην τουαλέτα να κάνω εμετό. Να βγάλω από μέσα μου ότι έχει σχέση με αυτό. Βγάζω μόνο σάλια αναμειγμένα με μια κολλώδη ουσία που δε θυμίζει σε τίποτα το χθεσινό μου δείπνο. Είναι ήδη αργά. Έχω μολυνθεί.

Τη μέρα που το πρωταντίκρισα κολλημένο επάνω στην οθόνη του υπολογιστή μου δε μου πέρασε καθόλου από το μυαλό πως αυτό το πλάσμα θα ήταν η καταστροφή μου. Αρχικά μάλιστα, μου είχε προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον, αφού δεν έμοιαζε καθόλου με τις νυχτοπεταλούδες που είχα συναντήσει μέχρι τότε. Επί μέρες έψαχνα στο διαδίκτυο για φωτογραφίες λεπιδόπτερων, προσπαθώντας να καθορίσω σε ποιο συγκεκριμένο είδος ανήκε ο νέος μου συγκάτοικος. Σμίκρυνα τις φωτογραφίες που παρουσίαζαν τις περισσότερες ομοιότητες μαζί του και τις τοποθετούσα προσεχτικά ακριβώς δίπλα του, ώστε να γίνεται ευκολότερη η λεπτή διαδικασία της σύγκρισης. Άδικος κόπος. Όλα του έμοιαζαν κάπως, μα κανένα πλήρως. Κατέληξα στο συμπέρασμα πως ανήκε σε κάποιο σπάνιο είδος, ίσως ακόμα και σε κάποιο που δεν είχε καταγραφεί ποτέ, και αισθάνθηκα ευγνωμοσύνη για αυτό το υπέροχα μοναδικό πλάσμα που είχε επιλέξει, ανάμεσα σε τόσα και τόσα σπίτια, να ζήσει μέσα στο δικό μου. Η λιτότητα της επιλογής του με έκανε να αισθάνομαι ξεχωριστός. Ευτυχισμένος. Αγκάλιασα με τόλμη το νεοσύστατο αυτό συναίσθημα, βγήκα στα μαγαζιά και αγόρασα φρούτα κι ένα μεγάλο μπουκάλι γάλα για να γιορτάσω το ευτυχές γεγονός της συγκατοίκησης. Τρεις ευτυχισμένες μέρες πέρασαν με εμένα να εργάζομαι πυρετωδώς, καταβροχθίζοντας με πρωτοφανή βουλιμία τεράστιες ποσότητες από κεράσια και βερίκοκα, και σύντομα διαλείμματα κατά τα οποία φωτογράφιζα την πηγή της ξαφνικής μου ευτυχίας με ό,τι πιθανό φόντο μπορούσα να σκεφτώ. Μέχρι που συνέβη το αναπάντεχο.

Εξαφανίστηκε. Ένα πρωί, έτσι απλά, εξαφανίστηκε. Έφερα άνω κάτω πρώτα το γραφείο μου, μετά το σπίτι όλο. Έψαξα παντού. Ακόμα κι εκεί που φυλάω τα καλοκαιρινά μου ρούχα. Ντουλάπια και συρτάρια που δεν είχαν ανοιχτεί για χρόνια. Πουθενά. Με είχε εγκαταλείψει. Χωρίς να αφήσει ούτε ένα ίχνος πίσω του, μία απόδειξη της σύντομης παραμονής του στο σπίτι μου. Πήγα να τρελαθώ. Άφησα όλα τα παράθυρα και τις πόρτες ανοιχτά. Να μη βρει ούτε ένα εμπόδιο όταν και εφόσον αποφάσιζε να επιστρέψει. Έκλεινα τα μάτια μου κι έλεγα, να, αν καταφέρεις τώρα και βαστήξεις την ανάσα σου για δυο λεπτά θα ανοίξεις τα μάτια σου και θα το δεις εκεί, και θα είναι πάλι σαν πριν, σα να μην έφυγε ποτέ. Έχασα τον ύπνο μου. Με τον παραμικρό θόρυβο πεταγόμουν από το κρεβάτι, σίγουρος ότι τα είχε βρει σκούρα και είχε γυρίσει σε μένα. Τα στοιβαγμένα φύλλα στη βεράντα μου. Οι γάτες που καβγάδιζαν στη γειτονιά. Όλα οιωνοί μιας ξαφνικής επιστροφής του. Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ακριβώς άλλαξαν τα συναισθήματά μου απέναντί του και μετατράπηκαν από ευγνωμοσύνη σε θανάσιμο μίσος. Αν ήταν την ημέρα που αποφάσισα να ξεκλειδώσω την πόρτα της αποθήκης και να ψάξω ανάμεσα στα καταχωνιασμένα μου βιβλία, σίγουρος ωστόσο ότι ήταν αδύνατο να είχε τρυπώσει εκεί μέσα, ή την επομένη που ξυπνώντας το πρωί το βρήκα κολλημένο και πάλι στην ίδια ακριβώς θέση επάνω στην οθόνη.

Είχε επιστρέψει. Και συμπεριφερόταν σα να μην είχε συμβεί τίποτα. Σα να μην είχε μεσολαβήσει καν η απουσία του. Εγώ όμως το μισούσα. Το μισούσα που είχε φύγει και ακόμα περισσότερο που είχε γυρίσει. Που είχε γυρίσει ίδιο και απαράλλαχτο. Φαντασιωνόμουν πως το έλιωνα. Χρησιμοποιούσα για όπλο το βελάκι από το ποντίκι και το έκανα κιμά επάνω την οθόνη. Τα αίματα τρέχανε, σχημάτιζαν ρυάκια ανάμεσα στα γράμματα κι εγώ έγερνα το κεφάλι πίσω και γελούσα μέχρι που με έπιανε βήχας, πνιγόμουν και τα μάτια μου πλημμύριζαν δάκρυα. Χαράς και ανακούφισης. Μέχρι που ξεθόλωναν τα μάτια μου, μαζί και το μυαλό μου κι εμφανιζόταν πάλι εκεί αυτό, το σιχαμένο πλάσμα. Ακίνητο κι ανίκητο. Μηχανορραφούσε εναντίον μου μία στιγμή να το έχανα από τα μάτια μου. Έβαλα στοίχημα με τον εαυτό μου να το κοιτάω αδιάκοπα. Μέχρι να το νικήσω. Να παραδεχτεί την ήττα του, να σηκωθεί να φύγει διά παντός, να μην ξαναγυρίσει. Στο τέλος, σηκώθηκα κι έφυγα εγώ. Ένα βράδυ περιπλανιόμουν στους δρόμους, κοιμήθηκα σε μια στοά μαζί με τους αλήτες. Σκεπάστηκα με ένα χαρτόνι και σιγοψιθύρισα χίλιες και δύο φορές πως δεν υπήρχε. Πως δεν είχε υπάρξει ποτέ. Πως δεν είχα υπάρξει ποτέ ούτε κι εγώ μαζί του. Αποκοιμήθηκα κι είδα στον ύπνο μου πως ήταν όνειρο. Ξύπνησα κι έτρεξα σπίτι. Ασθμαίνοντας μπήκα στο γραφείο. Η οθόνη αναμμένη μα άδεια από αυτό. Στη θέση του ένα σημείωμα. Γραφικός χαρακτήρας δικός μου.

«Τουλάχιστον μία φορά / επί καθημερινής βάσεως / να θυμάμαι να υπάρχω / διαφορετικά υφίσταται κίνδυνος / πρακτικά να συμπληρωθεί / το παζλ χωρίς εμένα.»