Ημερολόγιο

Τρελό μου όνειρο δε σε αφήνω
να με αφήσεις.
Με προσέλαβαν να σε υπηρετώ
να προσπαθώ και ΄γω όπως και τόσοι άλλοι
να σε κρατάω στον αφρό να μη βουλιάζεις

Πέντε παρά τέταρτο και νιώθω το στόμα μου γεμάτο αίμα και δόντια. Η τελευταία μπουνιά με άφησε αναίσθητη στο χαλάκι του μπάνιου για δεκαέξι τουλάχιστον ώρες. Ρίχνω μια ματιά τριγύρω μήπως τον δω. Συνήθως παραφυλάει σε κάποιο από τα απέναντι διαμερίσματα. Κρύβεται πίσω από τις κουρτίνες και πετάγεται πάνω μου όταν νομίζει ότι τον έχω ξεχάσει. Όπως εχθές το βράδυ. Με παρακολουθούσε από νωρίς το απόγευμα. Σίγουρα απόρησε την ώρα που έβγαλα απ’ το κρεβάτι το σεντόνι και το κάρφωσα στον τοίχο απέναντι από την μπαλκονόπορτα. Τον παραδέχομαι όμως. Περίμενε υπομονετικά όση ώρα αναμείγνυα τα χρώματα, μέχρι τη στιγμή που άρχισαν να κυλούν στα μάτια μου οι τέμπερες κι έτρεξα στο μπάνιο να ξεπλυθώ. Τον άκουσα που ερχόταν κι ας έπαιζε τέρμα η ενάτη. Μόνο τους ήχους του δικού μου σώματος μπορεί και καλύπτει η μουσική. Έτσι άκουσα καθαρά τη γροθιά του να σκίζει τον αέρα δίπλα στο δεξί μου μάγουλο. Πρόλαβα μάλιστα πριν την πρόσκρουση και έγειρα ελαφρώς προς το μέρος της πριν χάσω ανακουφισμένη τις αισθήσεις μου.

Τώρα που συνήλθα η μουσική δεν ακούγεται. Θα ξέχασα μάλλον να πατήσω το κουμπί που βάζει το σιντί να παίζει από την αρχή κάθε φορά που τελειώνει. Η Άλλη πάντως αποκλείεται να την έκλεισε. Είναι κλεισμένη στο δωμάτιό της κοντά έξι μήνες. Τον πρώτο καιρό της φώναζα που και που να δω αν είναι καλά, αλλά μετά το δεύτερο μήνα η βρόμα από τα ούρα και τα κόπρανα δε μου επέτρεπαν ούτε στην πόρτα να πλησιάσω. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ζει εκεί μέσα. Γιατί ζει. Δεν έχει πεθάνει. Την ακούω που στενάζει κάθε που ξεχνάω να ανάψω το καλοριφέρ. Και μια φορά, που έκλεισα τη μύτη μου μ’ ένα κόκκινο μανταλάκι και κρυφοκοίταξα από την κλειδαρότρυπα, την είδα γονατισμένη στο κρεβάτι με το στόμα διάπλατα ανοιχτό σε μια άηχη κραυγή. Προσευχόταν η καριόλα. Το κατάλαβα απ’ τα δάχτυλά της που είχαν πάρει το αρθριτικό σχήμα της ικεσίας. Πού προσευχόταν δεν ξέρω. Δεν τη θυμάμαι να μιλάει ποτέ για την πίστη της σε κάποιον θεό. Και σίγουρα κανένας θεός δε θα πίστευε ποτέ σ’ αυτήν. Πλάκα θα ‘χει να πιάσαν τα παρακαλετά της και να γύρισε ο Ένας. Θα σηκωθώ να πάω να δω.

Σηκώνομαι στα πόδια μου υπερβάλλοντας μια γκριμάτσα πόνου –  αν έρθει τώρα και μου χώσει άλλη μια ξεγυρισμένη μπορεί και να μη συνέλθω ποτέ – και πηγαίνω στο νιπτήρα να ξεπλύνω το στόμα μου. Φτύνω, αλλά δεν είναι δόντια. Είναι γράμματα του σκραμπλ καλυμμένα με χώμα. Τους ρίχνω λίγο νερό να δω τι λέξη βγάζουν. Είναι οχτώ κι όλα σύμφωνα. Τα πετάω στην τουαλέτα και τραβάω το καζανάκι δύο φορές, μα αυτά παραμένουν στην επιφάνεια, η σωστή πλευρά τους προς τα πάνω. Κλείνω το καπάκι, θα ασχοληθώ αργότερα μαζί τους. Προέχει τώρα να δω αν τα κατάφερε η κάργια να τον φέρει πίσω. Φτάνω στην πόρτα της, η μπόχα φέρνει στο στόμα μου το χθεσινό φαγητό, σκύβω να δω στην κλειδαρότρυπα. Μαυρίλα. Την έχει κλείσει με κάποιο ύφασμα, θα με κατάλαβε την προηγούμενη φορά και μου παίζει παιχνιδάκια τώρα. Δε θα αντέξω για πολύ ακόμα. Πρέπει να τρέξω, να γκρεμίσω την πόρτα, να δω αν είναι μέσα μαζί του. Παίρνω φορά και τρέχω προς την πόρτα. Αλλά η πόρτα δεν είναι πια εκεί. Άφαντη μαζί με την Άλλη. Σέρνομαι μέχρι το σαλόνι, δεν μπορεί να έχει πάει μακριά. Είναι όντως εκεί. Γονατισμένη επάνω στο λευκό σεντόνι. Πανέμορφη.