Ημερολόγιο

σκάβω λάκκους
θάβω μέρες
πολλές χωρούν
στον ίδιο
επιμελώς θρηνώ
την κάθε μία
την επόμενη

Με το που άνοιξα τα μάτια μου, κατάλαβα ότι η απεργία λόγου θα τελείωνε την ίδια εκείνη μέρα. Το ήξερα βέβαια από την αρχή ότι αργά ή γρήγορα θα αναγκαζόμουν να μιλήσω. Δε νοείται πλέον άνθρωπος να μη βγάζει λέξη για τόσες πολλές μέρες. Πίστευα, όμως, ότι τα γεγονότα θα είχαν κατακάτσει μέσα μου πριν το τέλος της διορίας. Είχα μάλιστα, ο ανόητος, την κρυφή ελπίδα ότι στο ενδιάμεσο θα προλάβαινα να καλύψω και τα κενά γέλιου που είχα αφήσει τον τελευταίο καιρό. Είχαν μαζευτεί τόσα πολλά που, σε περίπτωση που δεν τα αναπλήρωνα μέσα σε διάστημα δύο μηνών, υπήρχε κίνδυνος ολικής αφαίρεσης του δικαιώματός μου αυτού. Δεν ήμουν διατεθειμένος να διακινδυνεύσω κάτι, το οποίο είχε κερδηθεί με χίλιους κόπους από τους γονείς μου όταν εγώ ήμουν ακόμα μωρό, για πολλούς λόγους. Πρώτον, επειδή ήμουν πια ένας από τους ελάχιστους εναπομείναντες προνομιούχους, κάποιοι από τους οποίους είχαν σχηματίσει ένα σύλλογο, ονόματι ΧΑ, στον οποίο ευτυχώς δεν είχα αναγκαστεί να προσχωρήσω, αφού το αίτημα για υποχρεωτική εγγραφή όλων εμάς με το δικαίωμα αυτό είχε απορριφθεί από την πενταμελή επιτροπή (κανένα μέλος της οποίας, παρεμπιπτόντως, δε θα μπορούσε να εγγραφεί στο ΧΑ). Δεύτερον, επειδή με βάραιναν τα τελευταία λόγια της μάνας μου: «Ευχή και κατάρα σου δίνω ποτέ να μη σταματήσεις να γελάς». Και τέλος, επειδή είχε πολύ γέλιο να γελάς.

Τζίφος. Με το που άνοιξα τα μάτια μου, τους είδα να με πλησιάζουν απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα.  Είχα, για ακόμα μία φορά, προδοθεί από την ανικανότητά μου να καταμερίζω σωστά το χρόνο. Δε λέω, είχα τεμπελιάσει και λίγο, αλλά δικαιολογημένα. Το κλίμα είχε γίνει τόσο βαρύ που άνθρωποι με ασθενές αναπνευστικό σύστημα, όπως εγώ, ανέπνεαν πια με δυσκολία. Κανείς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό και, παρόλο που ο αριθμός των ατόμων με δυσκολία στην αναπνοή αυξανόταν με γεωμετρική πρόοδο, το θέμα εξακολουθούσε να είναι ταμπού. Καμία δράση δεν είχε οργανωθεί. Κανένας σύλλογος δεν είχε ιδρυθεί. Ανεπίσημα μόνο, είχαν απαλλαγεί από ένα μέρος των καθηκόντων τους, γεγονός το οποίο προσωπικά εμένα μου δημιουργούσε μικτά συναισθήματα χαράς και ανησυχίας. Από τη μία, κέρδιζα έτσι λίγο ακόμα χρόνο για να χουχουλιάζω τα πρωινά στο κρεβάτι. Από την άλλη, φοβόμουν ότι ο ανεπίσημος χαρακτήρας της απόφασης αυτής ίσως οδηγούσε στη σταδιακή περιθωριοποίησή μας. Όπως άλλωστε είχε συμβεί πρόσφατα με τα άτομα με δυσκολία στην ισορροπία, στα οποία αρχικά είχε επίσης ανεπίσημα δοθεί το δικαίωμα κυκλοφορίας τους σε καρέκλες γραφείου με ροδάκια, πολύ γρήγορα όμως, και αφού είχαν απολέσει τελείως την αίσθηση της ισορροπίας, η κυκλοφορία τους είχε περιοριστεί σε πολύ συγκεκριμένους δρόμους. Για το λόγο αυτό, είχα εκμυστηρευτεί μόνο στους πολύ κοντινούς μου τη δυσκολία μου αυτή. Και με ανακούφιση είχα δεχθεί τη βοήθεια που μου πρόσφεραν ώστε να εκπληρώνεται ο μεγαλύτερος όγκος των καθηκόντων μου.

Πλέον, όμως, ήταν αργά. Με είχαν στριμώξει για τα καλά. Ήμουν περικυκλωμένος και από τους τρεις αναγνωρισμένους συλλόγους. Τους σταθερούς, τους ανατρεπτικούς και τους μετριοπαθείς. Και όλοι με κοίταζαν στα μάτια και περίμεναν να ακούσουν τι είχα να πω. Και περίμεναν να ανοίξω το στόμα μου και να μιλήσω. Κι εγώ τους κοίταζα κατάματα σίγουρος ότι κατανοούσαν την αδυναμία μου. Σίγουρος ακόμα ότι διάβαζαν στα μάτια μου ότι δεν είχα καταφέρει να καταλήξω σε μία απόφαση. Σε μία απόφαση που, βαθιά μέσα μου, αμφέβαλλα αν θα κατέληγα μέσα στις επόμενες επτά-οχτώ ώρες, όπως απαιτούσε η διαδικασία, την οποία  γνώριζα καλά, αφού νεότερος, όταν ακόμα δεν είχα ανακαλύψει τα παραθυράκια εκείνα που μπορούσαν να με απαλλάξουν από τέτοιου είδους καθήκοντα, είχα παραστεί κι εγώ σε πάμπολλες ανάλογες δράσεις. Από τη μεριά των πολλών βέβαια. Γιατί τώρα βρισκόμουν εγώ στο επίκεντρο. Κι αυτό ήταν μια εμπειρία πρωτόγνωρη. Η διαδικασία φυσικά θα παρέμενε ίδια και απαράλλαχτη. Θα περίμεναν αμίλητοι για πέντε ώρες, τονίζοντας με αυτόν το συμβολικό τρόπο το γεγονός ότι, ακόμα και την τελευταία στιγμή, περιθώρια χρόνου υπήρχαν. Στη συνέχεια, εκπρόσωποι των τριών αναγνωρισμένων συλλόγων θα έβγαζαν λόγους, διάρκειας οχτώ λεπτών ο καθένας, στους οποίους θα συνόψιζαν τις βασικές θέσεις τους. Έπειτα, κάποια μέλη θα ζητούσαν τη διαγραφή τους από το σύλλογο που μέχρι τότε ανήκαν και άμεση εγγραφή τους σε έναν από τους άλλους δύο. Θα επικρατούσε μια ελεγχόμενη αναταραχή, κατά τη διάρκεια της οποίας θα έβρισκα σίγουρα ευκαιρία να καλύψω μερικά κενά γέλιου. Αν όλα πήγαιναν όπως τα υπολόγιζα, η δράση θα ολοκληρωνόταν με την αναγγελία της απόφασής μου σε περίπου οχτώ ώρες. Εκτός κι αν δεν αποφάσιζα. Εκτός κι αν δε μιλούσα. Αλλά αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ. Και αφού τέτοιο προηγούμενο δεν είχε υπάρξει ποτέ, δεν είχα ιδέα τι προβλεπόταν σε αυτήν την περίπτωση.

Αλλά δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Οχτώ ώρες ήταν υπεραρκετές για να αναλύσω τα δεδομένα και να καταλήξω σε μια απόφαση. Ειδικά αν ακολουθούσα το μοντέλο αξιοποίησης χρόνου που είχα διδαχθεί στο σεμινάριο που είχα παρακολουθήσει στα πλαίσια του συλλόγου Χρόνος και Αρχάριοι, θα έφτανα στο επιθυμητό αποτέλεσμα πολύ πριν το πέρας της προθεσμίας. Χωρίς επιπλέον χρονοτριβές, σηκώθηκα από το κρεβάτι και προετοίμασα μια γερή δόση καφεΐνης, που θα μου χρειαζόταν για να λειτουργήσει αρκούντως αποτελεσματικά ο εγκέφαλος. Πρόσφερα στον εαυτό μου την πολυτέλεια τριάντα λεπτών για να τελειώσω τον καφέ με την ησυχία μου και να αρχίσω να αισθάνομαι τις θετικές επιδράσεις της καφεΐνης προτού πέσω με τα μούτρα στη δουλειά. Τα τριάντα λεπτά γίνανε βέβαια μία ώρα, καθώς παρασύρθηκα από ένα ποτάμι αναμνήσεων και σκέψεων, που πυροδοτήθηκαν όταν εντόπισα μέσα στο συγκεντρωμένο πλήθος τα πρόσωπα κάποιων πολύ κοντινών μου ανθρώπων, μερικούς από τους οποίους είχα να συναντήσω πολλά χρόνια. Και επειδή, στα πλαίσια της δράσης, δεν υπήρχε η δυνατότητα να τους μιλήσω, αναλώθηκα σε μερικές εσωτερικές συνομιλίες μαζί τους, όπου φυσικά, απουσία άλλης επιλογής, παρήγαγα εγώ και τα δύο μέρη του διαλόγου. Μόνο όταν άκουσα το χτύπο του ρολογιού που σηματοδοτούσε το πέρασμα της πρώτης ώρας, επανήλθα στην πραγματικότητα και, καταπιέζοντας την επιθυμία μου να αναλύσω το κατά πόσο οι διάλογοι που είχα μόλις κάνει θα είχαν όντως εκτυλιχθεί έτσι αν οι άνθρωποί μου είχαν συμμετάσχει σε αυτούς με όλη τη φυσική τους υπόσταση, μετακινήθηκα προς το γραφείο μου με σκοπό να ξεκινήσω αμέσως την ανάλυση των δεδομένων εκείνων που θα με οδηγούσαν στην επιθυμητή απόφαση.

Αρχικά, τακτοποίησα προσεχτικά το γραφείο μου, αφαιρώντας από την επιφάνειά του οτιδήποτε έφερε κάποιο συναισθηματικό ή διανοητικό βάρος, που θα είχε ως αποτέλεσμα να χάσω πάλι την αυτοσυγκέντρωσή μου και να εμπλακώ σε φαντασιακές διεργασίες όπως άλλωστε είχε συμβεί προ ολίγου. Στο τέλος της εκκαθάρισης, στο χώρο του γραφείου είχαμε μείνει μόνο εγώ, ένας χάρακας, τρεις κόλλες Α4 και ένα μολύβι με γόμα στην κορυφή. Λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά στενά χρονικά περιθώρια, κατέληξα ότι θα ήταν σοφότερο και, αν μη τι άλλο, αποτελεσματικότερο αν ακολουθούσα πιστά τα βήματα που είχα διδαχθεί στο σεμινάριο. Συνεπώς, αφιέρωσα την κάθε κόλλα ξεχωριστά σε κάθε σύλλογο, αφού το μόνο που θα κατάφερνα σε περίπτωση που επιχειρούσα να τους βάλω όλους μαζί στην ίδια, θα ήταν να πελάγωνα και να μπερδευόμουν σε σημείο τέτοιο που τελικά ο εγκέφαλός μου θα έβγαινε εκτός λειτουργίας. Τοποθέτησα λοιπόν τις τρεις κόλλες μπροστά μου και, ξεκινώντας από αυτήν που βρισκόταν δεξιά στο γραφείο, έγραψα στο κεντρικό άνω μέρος της καθεμιάς τα ονόματα του κάθε ένα συλλόγου. Στη συνέχεια, τα υπογράμμισα προσεχτικά με το χάρακα, για να είναι ολόισια η γραμμή και να μη μου αποσπούν την προσοχή τυχόν ανωμαλίες, και έπειτα τράβηξα, με το χάρακα φυσικά, στη μέση της κάθε κόλλας μια κάθετη γραμμή για να τις χωρίσω σε δύο ισομεγέθη μέρη, στα οποία θα μπορούσα να καταγράψω τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του κάθε συλλόγου. Έχασα λίγο χρόνο προσπαθώντας να αποφασίσω με τι θα ήταν συνετότερο να ξεκινήσω, τα συν ή τα πλην, αλλά με ανακούφιση θυμήθηκα ότι αυτό δεν είχε ιδιαίτερη σημασία και, μη φέροντας το βάρος της απόφασης αυτής, συνέχισα ακάθεκτος τη διαδικασία. Και, παρόλο που είχα σπαταλήσει πέντε ολόκληρα λεπτά χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, ήμουν πραγματικά αισιόδοξος ότι όλα θα πήγαιναν κατ’ ευχήν και σύντομα θα ήμουν έτοιμος να καταλήξω σε μία απόφαση. Αλλά τότε συνειδητοποίησα ότι συνέβαινε κάτι τρομερό.

Το μολύβι που κρατούσα στο δεξί μου χέρι, το μολύβι που είχα χρησιμοποιήσει για να γράψω τα ονόματα των συλλόγων και να τραβήξω τις ολόισιες γραμμές μου, αυτό που τώρα κοιτούσα επίμονα στην προσπάθειά μου να μην κοιτάξω προς τη μεριά του συγκεντρωμένου πλήθους, δεν ήταν δικό μου. Και δεν είχα την παραμικρή ιδέα πως είχε βρεθεί στα χέρια μου. Ούτε καν πως είχε βρεθεί στο γραφείο μου. Εγώ πάντως δεν το είχα φέρει. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Και αυτή μου η σιγουριά μου έκοψε την αναπνοή μεμιάς. Ένιωσα καθαρά τον εγκέφαλό μου να μετατοπίζεται, τα χέρια μου ίδρωσαν, το μέτωπό μου μούδιασε και όταν κατάφερα επιτέλους να πάρω μια βαθιά αναπνοή, συνειδητοποίησα ότι η καρδιά μου είχε ξεφύγει πλέον από τον έλεγχό μου και συγκρούονταν σα δαιμονισμένη πάνω στα τοιχώματα του στήθους μου. Υπό κανονικές συνθήκες θα είχα βάλει τα κλάματα, αλλά τώρα με τα βλέμματα όλων των γνωστών και αγνώστων καρφωμένα πάνω μου αυτό δεν ήταν εφικτό. Πως είχε συμβεί κάτι τόσο τρομερό; Δεν μπορούσα να δώσω καμία ικανοποιητική εξήγηση. Για το μόνο που ήμουν σίγουρος ήταν ότι το μολύβι αυτό δεν το είχα φέρει εγώ στο σπίτι μου. Οπότε, ποιος το είχε φέρει; Ο μόνος άνθρωπος που δεχόμουν ήταν η Έντελ. Και η Έντελ δε θα έφερνε ποτέ ένα μολύβι σπίτι μου. Δε θα μου το έκανε ποτέ αυτό. Την περίπτωση να είχε συμβεί τυχαία, να το είχε δηλαδή ξεχάσει κατά λάθος εδώ, την απέκλεια, για τον απλούστατο λόγο ότι η Έντελ, ούτως ή άλλως, δε θα είχε ποτέ και για κανένα λόγο μαζί της ένα μολύβι.

Και γι’ αυτό ήμουν εκατό τοις εκατό σίγουρος. Ήθελα, όμως, να ρωτήσω και την ίδια. Να το ακούσω από το στόμα της. Να το επιβεβαιώσω. Γύρισα λοιπόν το βλέμμα μου προς το συγκεντρωμένο πλήθος, αδιαφορώντας για την εμφανή πλέον ταραχή μου που σίγουρα θα γινόταν αντιληπτή από όλους, και την εντόπισα στις πρώτες σειρές να παρατηρεί με ενδιαφέρον έναν κύριο με κόκκινο λοφίο που στεκόταν δίπλα της. Την κάρφωσα με το βλέμμα μου, και περίμενα να ανταποδώσει την οπτική επαφή, για να μπορέσω να της επικοινωνήσω την αγωνία μου. Έκανα υπομονή για αρκετή ώρα στη σκέψη ότι σύντομα, που θα διαδιδόταν στο πλήθος η πληροφορία ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με εμένα, θα δημιουργούνταν τέτοιο σούσουρο που σίγουρα η προσοχή της Έντελ θα αποσπόνταν από τον κύριο με το κόκκινο λοφίο και θα επέστρεφε σε εμένα. Μάταια. Κανένα σούσουρο δε δημιουργήθηκε, και η Έντελ παρέμενε απορροφημένη. Από τη μία πλευρά, δεν μπορούσα να συλλάβω το μέγεθος της αναισθησίας των συγκεντρωμένων ατόμων, οι οποίοι δεν είχαν πάρει χαμπάρι ότι εγώ, για κάποιον άγνωστο σε αυτούς λόγο, είχα ταραχθεί τόσο πολύ που έτρεμα από την κορυφή ως τα νύχια. Από την άλλη, αναρωτιόμουν τι στο καλό είχε προκαλέσει την απόλυτη προσοχή της Έντελ στον κύριο με το κόκκινο λοφίο ώστε να αδιαφορεί παντελώς για εμένα. Από μακριά φαινόταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Τίποτα πάνω του δεν μπορούσε να δικαιολογήσει μια τέτοια προσήλωση. Παραμερίζοντας προς στιγμή την ταραχή που με είχε καταβάλλει, βάλθηκα κι εγώ να τον παρατηρώ. Ήταν ένας άνδρας μέτριου αναστήματος, υπολόγιζα ότι τον περνούσα ενάμιση τουλάχιστον κεφάλι, κανονικού βάρους και επιεικώς αδιάφορων χαρακτηριστικών. Και, όπως ανέφερα ήδη, τα μαλλιά του σχημάτιζαν ένα κόκκινο λοφίο. Ή μήπως όχι;

Μήπως το φως μου έπαιζε παιχνίδια, και το λοφίο του δεν ήταν κόκκινο, αλλά πορτοκαλί; Ήταν δυνατό; Πρόσφατα είχα ακούσει ότι δεν είχε απομείνει κανένας τους. Τα πρακτικά του συλλόγου τους είχαν βρεθεί μέσα σ’ ένα πανάθλιο υπόγειο και είχαν καταστραφεί παρουσία μιας τριμελούς επιτροπής. Και τώρα να στέκεται μπροστά στα μάτια μου, στις πρώτες κιόλας σειρές του συγκεντρωμένου πλήθους ένας από αυτούς; Απίθανο. Όπως και να είχε όμως, δε θα μπορούσα να το διαπιστώσω ιδίοις όμμασι πριν το τέλος της δράσης, μέχρι να πέσει δηλαδή ο ήλιος. Και επιπλέον, τι σημασία είχε τελικά τη σημερινή μέρα αν ο εν λόγω κύριος είχε κόκκινο ή πορτοκαλί λοφίο; Εδώ είχε συγκεντρωθεί τόσος κόσμος για να ακούσει την ανακοίνωση της απόφασής μου. Εδώ είχε βρεθεί στο γραφείο μου ένα μολύβι που δεν ανήκε σ’ εμένα. Κι εγώ καθόμουν και ασχολιόμουν με το χρώμα του λοφίου ενός αγνώστου; Και η Έντελ το ίδιο; Σήμερα, που είχε τουλάχιστον την υποχρέωση να είναι πλήρως αφοσιωμένη σε εμένα. Αισθάνθηκα ένα κύμα απογοήτευσης να με κατακλύζει, το οποίο με επανέφερε στη δραματικότητα της κατάστασής μου. Κοίταξα το μολύβι που κρατούσα στα χέρια μου και το περιεργάστηκα, σε μια τελευταία απόπειρα να το τοποθετήσω κάπου στη μνήμη μου. Αλλά αυτό ήταν αδύνατο, αφού, όπως άλλωστε ήξερα ήδη, ποτέ δεν είχε υπάρξει κομμάτι αυτής.

Άκουσα το ρολόι να σηματοδοτεί το πέρασμα της τρίτης ώρας. Τρομοκρατήθηκα. Κάπου, μέσα στον πανικό, μου είχε ξεφύγει ο δεύτερος χτύπος. Έπρεπε επειγόντως να συγκεντρωθώ στο στόχο μου. Να επιστρέψω στην ανάλυση των δεδομένων. Αλλά για να συμβεί αυτό, χρειαζόμουν τη βοήθεια της Έντελ. Ένα της βλέμμα θα ήταν αρκετό για να ανακτήσω ξανά την ψυχραιμία μου. Αλλά αυτή συνέχιζε να κοιτάει τον κύριο με το κόκκινο ή πορτοκαλί λοφίο. Συνέχιζε να αδιαφορεί, επιδεικτικά πλέον, για εμένα. Ξερόβηξα, πράγμα που δε θα έκανα σε καμία άλλη περίπτωση, μήπως και την κάνω να στρέψει το βλέμμα της προς εμένα. Τίποτα. Προσποιήθηκα ένα κύμα νευρικού βήχα. Επιτέλους, γύρισε και με κοίταξε. Στα μάτια της, όμως, δεν μπορούσα να διαβάσω την απάντηση στο ερώτημά μου. Αν ήξερε δηλαδή με ποιον τρόπο είχε βρεθεί το μολύβι αυτό σπίτι μου. Με κοιτούσε με απορία, αφού προφανώς αναρωτιόταν για ποιο λόγο είχα αρχίσει ξαφνικά να βήχω σαν τρελός μπροστά σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Πήρα ένα μαντίλι να σκουπίσω το στόμα μου, και προσπάθησα να χωρέσω ολόκληρο τον πανικό μου μέσα στο επόμενο βλέμμα που της απηύθυνα. Κανένα αποτέλεσμα. Με το που κατάλαβε ότι μου είχε περάσει ο ενοχλητικός βήχας, έστρεψε και πάλι την προσοχή της στον ίδιο κύριο, που εκείνη τη στιγμή, αν είχα την επιλογή, θα του έσφιγγα το λαρύγγι τόσο δυνατά που μπορεί και να τον έπνιγα. Πως ήταν δυνατόν να συνέβαινε σε εμένα αυτό; Τέτοια αδιαφορία από την Έντελ δεν την περίμενα. Αισθάνθηκα προδομένος. Μόνος. Εγκαταλελειμμένος στη μοίρα μου. Αν δεν μπορούσε να με βοηθήσει η Έντελ, δεν μπορούσε να με βοηθήσει κανείς. Τα παράτησα όλα όπως ήταν και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Δε με ενδιέφερε καθόλου τι θα σκεφτόταν το συγκεντρωμένο πλήθος. Ίσως μάλιστα να νόμιζαν ότι το έκανα με σκοπό να απενεργοποιηθεί η αίσθηση της όρασης και να μπορέσω να αναλύσω το δεδομένα ως όφειλα. Ίσως να με θαύμαζαν κιόλας για την πρωτοφανή μου ψυχραιμία. Αποκοιμήθηκα.

Ήμουν πράγματι γυμνός. Η αίθουσα που έμοιαζε με σχολική, μάλλον δεν ήταν. Κάποιος με είχε συνοδεύσει μέχρι εκεί. Νομίζω μου είχε πει να μείνω στη θέση μου μέχρι να έρθει να με παραλάβει ο ίδιος. Δεν τον θυμόμουν καθόλου. Αν ερχόταν άλλος και μου έλεγε «έλα πάμε, ήρθε η ώρα», θα πήγαινα. Αν ερχόταν ο οποιοσδήποτε από τους ανθρώπους που βρίσκονταν μαζί μου στην αίθουσα και μου έλεγε να φύγουμε, θα έφευγα. Ποιοι ήταν όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Και γιατί γελούσαν; Φαίνονταν σα να προετοίμαζαν μία γιορτή. Ήταν χαρούμενοι. Οι κοπέλες έγερναν τα κεφάλια τους στο πλάι και χαχάνιζαν. Είχαν όλες τους κοτσίδες. Κοτσίδες και χείλη στο χρώμα του βερίκοκου. Οι άντρες ήταν ψηλοί. Πιο ψηλοί από εμένα. Φορούσαν κοστούμια και επιδείκνυαν τις αστραφτερές τους οδοντοστοιχίες σε κάθε ευκαιρία που τους δινόταν.

Ανασηκώθηκα στο κάθισμά μου. Ήθελα να τους πλησιάσω. Θυμήθηκα τη γύμνια μου. Μήπως δεν ήταν πρέπον; Αν με έβλεπαν, τα κορίτσια θα τσίριζαν και θα χωνόντουσαν στις αγκαλιές των αντρών. Θα έκρυβαν τα πρόσωπά τους στα στήθη των αντρών. Τους μέτρησα. Σε κάθε άντρα αντιστοιχούσε και από ένα κορίτσι. Μαζεύτηκα και πάλι στο κάθισμά μου. Κοίταξα τριγύρω μήπως υπήρχε κάτι με το οποίο θα μπορούσα να καλύψω το γυμνό μου σώμα. Κοντά μου, τίποτα. Κοντά τους, μπουφάν, παλτό και κάθε λογής πανωφόρια. Υπολόγισα την απόσταση. Και να έτρεχα ακόμη, δε θα προλάβαινα. Κάποιος από όλους σίγουρα θα με έπαιρνε χαμπάρι και θα το έλεγε στους υπόλοιπους. Όφειλα να μείνω στη θέση μου. Είχα άλλωστε και την υποψία ότι αυτός που με είχε συνοδεύσει, ήταν σαφής σχετικά με την αναγκαιότητα της μη μετακίνησής μου.

Παρέμεινα στη θέση μου. Άλλωστε αργά ή γρήγορα κάποιος θα ερχόταν να με παραλάβει. Ίσως αυτός που θα με παραλάμβανε να βρισκόταν ήδη στο χώρο. Παρατήρησα πάλι τους ανθρώπους που γελούσαν. Κοίταξα έναν-έναν τους άντρες. Κανένας τους δε μου θύμιζε τίποτα. Μόνο τον προηγούμενο που είχα κοιτάξει. Και τότε το συνειδητοποίησα. Όλοι τους – άντρες, γυναίκες – έμοιαζαν φρικιαστικά μεταξύ τους. Προφανώς ήταν μέλη της ίδιας οικογένειας. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Πως ήταν λοιπόν δυνατό να χαριεντίζονται μεταξύ τους έτσι απροκάλυπτα; Εξοργίστηκα. Σηκώθηκα όρθιος – τέτοιοι άνθρωποι προφανώς και δεν είχαν το δικαίωμα να σοκάρονται από τη γύμνια μου - και χώθηκα ανάμεσά τους. Δεν είχα κάνει λάθος. Οι κινήσεις όλων τους έφεραν έντονο ερωτικό βάρος. Από κοντά μάλιστα το θέαμα ήταν εξωφρενικά αποκρουστικό. Κάθε φορά που τα κορίτσια χαχάνιζαν δήθεν αθώα, έσκυβαν και τριβόντουσαν στα γεννητικά όργανα των αντρών που τους περιτριγύριζαν. Αναγούλιασα. Ποιοι ήταν αυτοί που θα με έκριναν για τη γύμνια μου; Ενστικτωδώς κοίταξα προς τα κάτω. Φορούσα παπούτσια. Ήμουν ντυμένος. Με κοστούμι ίδιο με των υπολοίπων. Ένα κορίτσι ερχόταν προς το μέρος μου. Είχε κοτσίδες και χείλη στο χρώμα του βερίκοκου. Γέλασα κι εγώ.

Το ρολόι χτύπησε πέντε φορές. Πετάχτηκα από το κρεβάτι έντρομος. Ο εκπρόσωπος των σταθερών εκφωνούσε ήδη το λόγο του: «Η πόλη να παραμείνει ως έχει. Το αρνητικό κλίμα που επικρατεί θα ξεπεραστεί μόνο μέσω της σταθερότητας και της υπομονής όλων μας». Ο λόγος στους ανατρεπτικούς: «Να καεί η πόλη. Μόνο έτσι θα ξεπεραστεί το αρνητικό κλίμα και θα μπορέσουμε όλοι μας να αναγεννηθούμε δυνατότεροι και καλύτεροι μέσα από τις στάχτες μας». Ο εκπρόσωπος των μετριοπαθών στο βήμα. Ανασηκώνει ελαφρώς τους ώμους του: «Ας γίνει ό, τι είναι να γίνει». Το εθιμοτυπικό μέρος της διαδικασίας έχει φτάσει στο τέλος του. Το συγκεντρωμένο πλήθος ανασκουμπώνεται. Κάποιοι πίνουν λίγο νερό. Κάποιοι άλλοι τεντώνουν τα πιασμένα μέλη τους ή κάθονται οκλαδόν. Μερικοί πλησιάζουν τους εκπροσώπους των τριών συλλόγων και ζητούν διευκρινίσεις. Τι εννοούν όταν λένε να καεί η πόλη; Πόση υπομονή ακόμα υπολογίζουν ότι θα πρέπει να κάνουμε; Προφανώς και μιλάνε συμβολικά. Ή όχι; Ζητούν τη διαγραφή τους από το σύλλογο που ανήκουν. Πλησιάζουν τους άλλους δύο εκπροσώπους. Ζητούν να εγγραφούν σε έναν από τους άλλους δύο συλλόγους. Είναι γελοίοι. Αλλά εγώ δεν έχω καμία διάθεση να γελάσω. Ούτε να κλάψω. Όλα αυτά με αφήνουν παγερά αδιάφορο. Είναι ολοφάνερο πια πόσο μάταια είναι. Συμβαίνουν αποκλειστικά και μόνο επειδή οφείλουν να συμβούν. Πόσο ανόητος υπήρξα που νόμισα ότι η απόφασή μου θα έπαιζε έναν κάποιο ρόλο; Ότι θα έκανε μια κάποια διαφορά. Όλη αυτή η δράση δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο ύπαρξης. Όλο αυτό το πλήθος έχει συγκεντρωθεί, με έχει περικυκλώσει, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Και να έπαιρνα μια απόφαση, που δε θα πάρω, δεν θα είχε καμία σημασία. Δε θα έπαιζε κανέναν απολύτως ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων. Αυτό βέβαια το γνώριζα από πριν, αλλά τώρα το ένιωθα να δρα μέσα μου σαν ένα καταπραϋντικό χάπι.

Ανέπνεα πλέον με ευκολία. Ένα βάρος είχε φύγει από πάνω μου. Αισθάνθηκα το σώμα μου ελαφρύ. Σχεδόν ανύπαρκτο. Ξάπλωσα ανάσκελα στο κρεβάτι μου, καλύφθηκα με το ελαφρύ σεντόνι, και τους ξέχασα όλους. Τους διέγραψα από τη μνήμη μου τελείως, έμεινα μόνο εγώ και το λευκό ταβάνι. Κράτησα τα μάτια μου ανοιχτά. Για ποιο λόγο να τα έκλεινα, αφού δεν υπήρχε τίποτα άλλο να δω χώρια απ’ το λευκό ταβάνι; Ένα πρωτόγνωρο αίσθημα αισιοδοξίας με κυρίευσε. Σήμερα θα συνέβαιναν όλα όπως τα είχα θελήσει. Το σχοινί στο ταβάνι δε θα ήταν ορατό στα μάτια μου μόνο, αλλά και απτό στα χέρια μου. Θα χαμήλωνε και θα γινόταν θηλειά, απτή και στο λαιμό μου. Κι ύστερα ξαφνικά θα έσφιγγε. Δε θα προλάβαινα να ξεγλιστρήσω. Θα υψωνόμουν προς τα πάνω, εγώ, ένα ακατοίκητο κουφάρι. Και τότε, η Έντελ, οι κοντινοί άνθρωποί μου, οι εκπρόσωποι των τριών συλλόγων και όλο το συγκεντρωμένο πλήθος θα ξεσπούσαν σε δυνατά χειροκροτήματα. Όπως αρμόζει στους ηθοποιούς που φεύγουν.