Ημερολόγιο

Τρελό μου όνειρο δε σε αφήνω
να με αφήσεις.
Με προσέλαβαν να σε υπηρετώ
να προσπαθώ και ΄γω όπως και τόσοι άλλοι
να σε κρατάω στον αφρό να μη βουλιάζεις

(συνέχεια από Σύλλογοι, μέρος πέμπτο)

...

Το ρολόι χτύπησε πέντε φορές. Πετάχτηκα από το κρεβάτι έντρομος. Ο εκπρόσωπος των σταθερών εκφωνούσε ήδη το λόγο του: «Η πόλη να παραμείνει ως έχει. Το αρνητικό κλίμα που επικρατεί θα ξεπεραστεί μόνο μέσω της σταθερότητας και της υπομονής όλων μας». Ο λόγος στους ανατρεπτικούς: «Να καεί η πόλη. Μόνο έτσι θα ξεπεραστεί το αρνητικό κλίμα και θα μπορέσουμε όλοι μας να αναγεννηθούμε δυνατότεροι και καλύτεροι μέσα από τις στάχτες μας». Ο εκπρόσωπος των μετριοπαθών στο βήμα. Ανασηκώνει ελαφρώς τους ώμους του: «Ας γίνει ό,τι είναι να γίνει». Το εθιμοτυπικό μέρος της διαδικασίας έχει φτάσει στο τέλος του. Το συγκεντρωμένο πλήθος ανασκουμπώνεται. Κάποιοι πίνουν λίγο νερό. Κάποιοι άλλοι τεντώνουν τα πιασμένα μέλη τους ή κάθονται οκλαδόν. Μερικοί πλησιάζουν τους εκπροσώπους των τριών συλλόγων και ζητούν διευκρινίσεις. Τι εννοούν όταν λένε να καεί η πόλη; Πόση υπομονή ακόμα υπολογίζουν ότι θα πρέπει να κάνουμε; Προφανώς και μιλάνε συμβολικά. Ή όχι; Ζητούν τη διαγραφή τους από το σύλλογο που ανήκουν. Πλησιάζουν τους άλλους δύο εκπροσώπους. Ζητούν να εγγραφούν σε έναν από τους άλλους δύο συλλόγους. Είναι γελοίοι. Αλλά εγώ δεν έχω καμία διάθεση να γελάσω. Ούτε να κλάψω. Όλα αυτά με αφήνουν παγερά αδιάφορο. Είναι ολοφάνερο πια πόσο μάταια είναι. Συμβαίνουν αποκλειστικά και μόνο επειδή οφείλουν να συμβούν. Πόσο ανόητος υπήρξα που νόμισα ότι η απόφασή μου θα έπαιζε έναν κάποιο ρόλο; Ότι θα έκανε μια κάποια διαφορά. Όλη αυτή η δράση δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο ύπαρξης. Όλο αυτό το πλήθος έχει συγκεντρωθεί, με έχει περικυκλώσει, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Και να έπαιρνα μια απόφαση, που δε θα πάρω, δεν θα είχε καμία σημασία. Δε θα έπαιζε κανέναν απολύτως ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων. Αυτό βέβαια το γνώριζα από πριν, αλλά τώρα το ένιωθα να δρα μέσα μου σαν ένα καταπραϋντικό χάπι.

Ανέπνεα πλέον με ευκολία. Ένα βάρος είχε φύγει από πάνω μου. Αισθάνθηκα το σώμα μου ελαφρύ. Σχεδόν ανύπαρκτο. Ξάπλωσα ανάσκελα στο κρεβάτι μου, καλύφθηκα με το ελαφρύ σεντόνι, και τους ξέχασα όλους. Τους διέγραψα από τη μνήμη μου τελείως, έμεινα μόνο εγώ και το λευκό ταβάνι. Κράτησα τα μάτια μου ανοιχτά. Για ποιο λόγο να τα έκλεινα, αφού δεν υπήρχε τίποτα άλλο να δω χώρια απ’ το λευκό ταβάνι; Ένα πρωτόγνωρο αίσθημα αισιοδοξίας με κυρίευσε. Σήμερα θα συνέβαιναν όλα όπως τα είχα θελήσει. Το σχοινί στο ταβάνι δε θα ήταν ορατό στα μάτια μου μόνο, αλλά και απτό στα χέρια μου. Θα χαμήλωνε και θα γινόταν θηλειά, απτή και στο λαιμό μου. Κι ύστερα ξαφνικά θα έσφιγγε. Δε θα προλάβαινα να ξεγλιστρήσω. Θα υψωνόμουν προς τα πάνω, εγώ, ένα ακατοίκητο κουφάρι. Και τότε, η Έντελ, οι κοντινοί άνθρωποί μου, οι εκπρόσωποι των τριών συλλόγων και όλο το συγκεντρωμένο πλήθος θα ξεσπούσαν σε δυνατά χειροκροτήματα. Όπως αρμόζει στους ηθοποιούς που φεύγουν.