Ημερολόγιο

τις μικρές ώρες
παρουσία κανενός
τελούνται μνημόσυνα
μηδενός εξαιρουμένου


(συνέχεια από Σύλλογοι, μέρος τέταρτο)

...
Πως ήταν δυνατόν να συνέβαινε σε εμένα αυτό το πράγμα; Τέτοια αδιαφορία από την Έντελ δεν την περίμενα. Αισθάνθηκα προδομένος. Μόνος. Εγκαταλελειμμένος στη μοίρα μου. Αν δεν μπορούσε να με βοηθήσει η Έντελ, δεν μπορούσε να με βοηθήσει κανείς. Τα παράτησα όλα όπως ήταν και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Δε με ενδιέφερε καθόλου τι θα σκεφτόταν το συγκεντρωμένο πλήθος. Ίσως μάλιστα να νόμιζαν ότι το έκανα με σκοπό να απενεργοποιηθεί η αίσθηση της όρασης και να μπορέσω να αναλύσω το δεδομένα ως όφειλα. Ίσως να με θαύμαζαν κιόλας για την πρωτοφανή μου ψυχραιμία. Αποκοιμήθηκα.

Ήμουν πράγματι γυμνός. Η αίθουσα που έμοιαζε με σχολική, μάλλον δεν ήταν. Κάποιος με είχε συνοδεύσει μέχρι εκεί. Νομίζω μου είχε πει να μείνω στη θέση μου μέχρι να έρθει να με παραλάβει ο ίδιος. Δεν τον θυμόμουν καθόλου. Αν ερχόταν άλλος και μου έλεγε «έλα πάμε, ήρθε η ώρα», θα πήγαινα. Αν ερχόταν ο οποιοσδήποτε από τους ανθρώπους που βρίσκονταν μαζί μου στην αίθουσα και μου έλεγε να φύγουμε, θα έφευγα. Ποιοι ήταν όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Και γιατί γελούσαν; Φαίνονταν σα να προετοίμαζαν μία γιορτή. Ήταν χαρούμενοι. Οι κοπέλες έγερναν τα κεφάλια τους στο πλάι και χαχάνιζαν. Είχαν όλες τους κοτσίδες. Κοτσίδες και χείλη στο χρώμα του βερίκοκου. Οι άντρες ήταν ψηλοί. Πιο ψηλοί από εμένα. Φορούσαν κοστούμια και επιδείκνυαν τις αστραφτερές τους οδοντοστοιχίες σε κάθε ευκαιρία που τους δινόταν.

Ανασηκώθηκα στο κάθισμά μου. Ήθελα να τους πλησιάσω. Θυμήθηκα τη γύμνια μου. Μήπως δεν ήταν πρέπον; Αν με έβλεπαν, τα κορίτσια θα τσίριζαν και θα χωνόντουσαν στις αγκαλιές των αντρών. Θα έκρυβαν τα πρόσωπά τους στα στήθη των αντρών. Τους μέτρησα. Σε κάθε άντρα αντιστοιχούσε και από ένα κορίτσι. Μαζεύτηκα και πάλι στο κάθισμά μου. Κοίταξα τριγύρω μήπως υπήρχε κάτι με το οποίο θα μπορούσα να καλύψω το γυμνό μου σώμα. Κοντά μου, τίποτα. Κοντά τους, μπουφάν, παλτό και κάθε λογής πανωφόρια. Υπολόγισα την απόσταση. Και να έτρεχα ακόμη, δε θα προλάβαινα. Κάποιος από όλους σίγουρα θα με έπαιρνε χαμπάρι και θα το έλεγε στους υπόλοιπους. Όφειλα να μείνω στη θέση μου. Είχα άλλωστε και την υποψία ότι αυτός που με είχε συνοδεύσει, ήταν σαφής σχετικά με την αναγκαιότητα της μη μετακίνησής μου.

Παρέμεινα στη θέση μου. Άλλωστε αργά ή γρήγορα κάποιος θα ερχόταν να με παραλάβει. Ίσως αυτός που θα με παραλάμβανε να βρισκόταν ήδη στο χώρο. Παρατήρησα πάλι τους ανθρώπους που γελούσαν. Κοίταξα έναν-έναν τους άντρες. Κανένας τους δε μου θύμιζε τίποτα. Μόνο τον προηγούμενο που είχα κοιτάξει. Και τότε το συνειδητοποίησα. Όλοι τους – άντρες, γυναίκες – έμοιαζαν φρικιαστικά μεταξύ τους. Προφανώς ήταν μέλη της ίδιας οικογένειας. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Πως ήταν λοιπόν δυνατό να χαριεντίζονται μεταξύ τους έτσι απροκάλυπτα; Εξοργίστηκα. Σηκώθηκα όρθιος – τέτοιοι άνθρωποι προφανώς και δεν είχαν το δικαίωμα να σοκάρονται από τη γύμνια μου -, και χώθηκα ανάμεσά τους. Δεν είχα κάνει λάθος. Οι κινήσεις όλων τους έφεραν έντονο ερωτικό βάρος. Από κοντά μάλιστα το θέαμα ήταν εξωφρενικά αποκρουστικό. Κάθε φορά που τα κορίτσια χαχάνιζαν δήθεν αθώα, έσκυβαν και τριβόντουσαν στα γεννητικά όργανα των αντρών που τους περιτριγύριζαν. Αναγούλιασα. Ποιοι ήταν αυτοί που θα με έκριναν για τη γύμνια μου; Ενστικτωδώς κοίταξα προς τα κάτω. Φορούσα παπούτσια. Ήμουν ντυμένος. Με κοστούμι ίδιο με των υπολοίπων. Ένα κορίτσι ερχόταν προς το μέρος μου. Είχε κοτσίδες και χείλη στο χρώμα του βερίκοκου. Γέλασα κι εγώ.


...