Ημερολόγιο

στην ουρά περιμένω
επιστροφή χρόνου 
κι είναι κι αυτό κατασπατάληση
γιατί δεν παύουν να περνούν οι ώρες

(συνέχεια από Σύλλογοι, μέρος τρίτο)

... Έκανα υπομονή για αρκετή ώρα στη σκέψη ότι σύντομα, που θα διαδιδόταν στο πλήθος η πληροφορία ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με εμένα, θα δημιουργούνταν τέτοιο σούσουρο που σίγουρα η προσοχή της Έντελ θα αποσπόνταν από τον κύριο με το κόκκινο λοφίο και θα επέστρεφε σε εμένα. Μάταια. Κανένα σούσουρο δε δημιουργήθηκε, και η Έντελ παρέμενε απορροφημένη. Από τη μία πλευρά, δεν μπορούσα να συλλάβω το μέγεθος της αναισθησίας των συγκεντρωμένων ατόμων, οι οποίοι δεν είχαν πάρει χαμπάρι ότι εγώ, για κάποιον άγνωστο σε αυτούς λόγο, είχα ταραχθεί τόσο πολύ που έτρεμα από την κορυφή ως τα νύχια. Από την άλλη, αναρωτιόμουν τι στο καλό είχε προκαλέσει την απόλυτη προσοχή της Έντελ στον κύριο με το κόκκινο λοφίο ώστε να αδιαφορεί παντελώς για εμένα. Από μακριά φαινόταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Τίποτα πάνω του δεν μπορούσε να δικαιολογήσει μια τέτοια προσήλωση. Παραμερίζοντας προς στιγμή την ταραχή που με είχε καταβάλλει, βάλθηκα κι εγώ να τον παρατηρώ. Ήταν ένας άνδρας μέτριου αναστήματος, υπολόγιζα ότι τον περνούσα ενάμιση τουλάχιστον κεφάλι, κανονικού βάρους και επιεικώς αδιάφορων χαρακτηριστικών. Και, όπως ανέφερα ήδη, τα μαλλιά του σχημάτιζαν ένα κόκκινο λοφίο. Ή μήπως όχι;

Μήπως το φως μου έπαιζε παιχνίδια, και το λοφίο του δεν ήταν κόκκινο, αλλά πορτοκαλί; Ήταν δυνατό; Πρόσφατα είχα ακούσει ότι δεν είχε απομείνει κανένας τους. Τα πρακτικά του συλλόγου τους είχαν βρεθεί μέσα σ’ ένα πανάθλιο υπόγειο και είχαν καταστραφεί παρουσία μιας τριμελούς επιτροπής. Και τώρα να στέκεται μπροστά στα μάτια μου, στις πρώτες κιόλας σειρές του συγκεντρωμένου πλήθους ένας από αυτούς; Απίθανο. Όπως και να είχε όμως, δε θα μπορούσα να το διαπιστώσω ιδίοις όμμασι μέσα στις επόμενες τρεις ώρες, μέχρι να πέσει δηλαδή ο ήλιος. Και επιπλέον, τι σημασία είχε τελικά τη σημερινή μέρα αν ο εν λόγω κύριος είχε κόκκινο ή πορτοκαλί λοφίο; Εδώ είχε συγκεντρωθεί τόσος κόσμος για να ακούσει την ανακοίνωση της απόφασής μου. Εδώ είχε βρεθεί στο γραφείο μου ένα μολύβι που δεν ανήκε σ’ εμένα. Κι εγώ καθόμουν και ασχολιόμουν με το χρώμα του λοφίου ενός αγνώστου; Και η Έντελ το ίδιο; Σήμερα, που είχε τουλάχιστον την υποχρέωση να είναι πλήρως αφοσιωμένη σε εμένα. Αισθάνθηκα ένα κύμα απογοήτευσης να με κατακλύζει, το οποίο με επανέφερε στη δραματικότητα της κατάστασής μου. Κοίταξα το μολύβι που κρατούσα στα χέρια μου και το περιεργάστηκα, σε μια τελευταία απόπειρα να το τοποθετήσω κάπου στη μνήμη μου. Αλλά αυτό ήταν αδύνατο, αφού, όπως άλλωστε ήξερα ήδη, ποτέ δεν είχε υπάρξει κομμάτι αυτής.

Άκουσα το ρολόι να σηματοδοτεί το πέρασμα της τρίτης ώρας. Τρομοκρατήθηκα. Κάπου, μέσα στον πανικό, μου είχε ξεφύγει ο δεύτερος χτύπος. Έπρεπε επειγόντως να συγκεντρωθώ στο στόχο μου. Να επιστρέψω στην ανάλυση των δεδομένων. Αλλά για να συμβεί αυτό, χρειαζόμουν τη βοήθεια της Έντελ. Ένα της βλέμμα θα ήταν αρκετό για να ανακτήσω ξανά την ψυχραιμία μου. Αλλά αυτή συνέχιζε να κοιτάει τον κύριο με το κόκκινο ή πορτοκαλί λοφίο. Συνέχιζε να αδιαφορεί επιδεικτικά πλέον για εμένα. Ξερόβηξα, πράγμα που δε θα έκανα σε καμία άλλη περίπτωση, μήπως και την κάνω να στρέψει το βλέμμα της προς εμένα. Τίποτα. Προσποιήθηκα ένα κύμα νευρικού βήχα. Επιτέλους, γύρισε και με κοίταξε. Στα μάτια της όμως, δεν μπορούσα να διαβάσω την απάντηση στο ερώτημά μου. Αν ήξερε δηλαδή με ποιον τρόπο είχε βρεθεί το μολύβι αυτό σπίτι μου. Με κοιτούσε με απορία, αφού προφανώς αναρωτιόταν για ποιο λόγο είχα αρχίσει ξαφνικά να βήχω σαν τρελός μπροστά σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Πήρα ένα μαντίλι να σκουπίσω το στόμα μου, και προσπάθησα να χωρέσω ολόκληρο τον πανικό μου μέσα στο επόμενο βλέμμα που της απηύθυνα. Κανένα αποτέλεσμα. Με το που κατάλαβε ότι μου είχε περάσει ο ενοχλητικός βήχας, έστρεψε και πάλι την προσοχή της στον ίδιο κύριο, που εκείνη τη στιγμή, αν είχα την επιλογή, θα του έσφιγγα το λαρύγγι τόσο δυνατά που μπορεί και να τον έπνιγα.

...