Ημερολόγιο

Όταν ο παππούς μιλάει με δύο φωνές
διστάζω στο άνοιγμα της πόρτας
μην ξέροντας να τον διακόψω ή όχι
είναι οι μόνες φορές που πιστεύω σε θεό

(συνέχεια από Σύλλογοι, μέρος δεύτερο)


... Λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά στενά χρονικά περιθώρια, κατέληξα ότι θα ήταν σοφότερο και, αν μη τι άλλο, αποτελεσματικότερο αν ακολουθούσα πιστά τα βήματα που είχα διδαχθεί στο σεμινάριο. Συνεπώς, αφιέρωσα την κάθε κόλλα ξεχωριστά σε κάθε σύλλογο, αφού το μόνο που θα κατάφερνα σε περίπτωση που επιχειρούσα να τους βάλω όλους μαζί στην ίδια, θα ήταν να πελάγωνα και να μπερδευόμουν σε σημείο τέτοιο που τελικά ο εγκέφαλός μου θα έβγαινε εκτός λειτουργίας. Τοποθέτησα λοιπόν τις τρεις κόλλες μπροστά μου και, ξεκινώντας από αυτήν που βρισκόταν δεξιά στο γραφείο, έγραψα στο κεντρικό άνω μέρος της καθεμιάς τα ονόματα του κάθε ένα συλλόγου. Στη συνέχεια, τα υπογράμμισα προσεχτικά με το χάρακα, για να είναι ολόισια η γραμμή και να μη μου αποσπούν την προσοχή τυχόν ανωμαλίες, και έπειτα τράβηξα, με το χάρακα φυσικά, στη μέση της κάθε κόλλας μια κάθετη γραμμή για να τις χωρίσω σε δύο ισομεγέθη μέρη, στα οποία θα μπορούσα να καταγράψω τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του κάθε συλλόγου. Έχασα λίγο χρόνο προσπαθώντας να αποφασίσω με τι θα ήταν συνετότερο να ξεκινήσω, τα συν ή τα πλην, αλλά με ανακούφιση θυμήθηκα ότι αυτό δεν είχε ιδιαίτερη σημασία και, μη φέροντας το βάρος της απόφασης αυτής, συνέχισα ακάθεκτος τη διαδικασία. Και, παρόλο που είχα σπαταλήσει πέντε ολόκληρα λεπτά χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, ήμουν πραγματικά αισιόδοξος ότι όλα θα πήγαιναν κατ’ ευχήν και σύντομα θα ήμουν έτοιμος να καταλήξω σε μία απόφαση. Αλλά τότε συνειδητοποίησα ότι συνέβαινε κάτι τρομερό.

Το μολύβι που κρατούσα στο δεξί μου χέρι, το μολύβι που είχα χρησιμοποιήσει για να γράψω τα ονόματα των συλλόγων και να τραβήξω τις ολόισιες γραμμές μου, αυτό που τώρα κοιτούσα επίμονα στην προσπάθειά μου να μην κοιτάξω προς τη μεριά του συγκεντρωμένου πλήθους, δεν ήταν δικό μου. Και δεν είχα την παραμικρή ιδέα πως είχε βρεθεί στα χέρια μου. Ούτε καν πως είχε βρεθεί στο γραφείο μου. Εγώ πάντως δεν το είχα φέρει. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Και αυτή μου η σιγουριά μου έκοψε την αναπνοή μεμιάς. Ένιωσα καθαρά τον εγκέφαλό μου να μετατοπίζεται, τα χέρια μου ίδρωσαν, το μέτωπό μου μούδιασε και όταν κατάφερα επιτέλους να πάρω μια βαθιά αναπνοή, συνειδητοποίησα ότι η καρδιά μου είχε ξεφύγει πλέον από τον έλεγχό μου και συγκρούονταν σα δαιμονισμένη πάνω στα τοιχώματα του στήθους μου. Υπό κανονικές συνθήκες θα είχα βάλει τα κλάματα, αλλά τώρα με τα βλέμματα όλων των γνωστών και αγνώστων καρφωμένα πάνω μου αυτό δεν ήταν εφικτό. Πως είχε συμβεί κάτι τόσο τρομερό; Δεν μπορούσα να δώσω καμία ικανοποιητική εξήγηση. Για το μόνο που ήμουν σίγουρος ήταν ότι το μολύβι αυτό δεν το είχα φέρει εγώ στο σπίτι μου. Οπότε, ποιος το είχε φέρει; Ο μόνος άνθρωπος που δεχόμουν ήταν η Έντελ. Και η Έντελ δε θα έφερνε ποτέ ένα μολύβι σπίτι μου. Δε θα μου το έκανε ποτέ αυτό. Την περίπτωση να είχε συμβεί τυχαία, να το είχε δηλαδή ξεχάσει κατά λάθος εδώ, την απέκλεια, για τον απλούστατο λόγο ότι η Έντελ, ούτως ή άλλως, δε θα είχε ποτέ και για κανένα λόγο μαζί της ένα μολύβι.

Και γι’ αυτό ήμουν εκατό τοις εκατό σίγουρος. Ήθελα, όμως, να ρωτήσω και την ίδια. Να το ακούσω από το στόμα της. Να το επιβεβαιώσω. Γύρισα λοιπόν το βλέμμα μου προς το συγκεντρωμένο πλήθος, αδιαφορώντας για την εμφανή πλέον ταραχή μου που σίγουρα θα γινόταν αντιληπτή από όλους, και την εντόπισα στις πρώτες σειρές να παρατηρεί με ενδιαφέρον έναν κύριο με κόκκινο λοφίο που στεκόταν δίπλα της. Την κάρφωσα με το βλέμμα μου, και περίμενα να ανταποδώσει την οπτική επαφή, για να μπορέσω να της επικοινωνήσω την αγωνία μου.

...