Ημερολόγιο

Εχθές μάλωσα με το ρολόι που μου ‘λεγε πως είναι 
είκοσι-τέσσερις οι ώρες που μένουν μέχρι αύριο τέτοια ώρα 
όπως μάλωνα όταν ήμουν παιδί με τη μαμά μου που επέμενε 
ότι η Καθαρά Δευτέρα πέφτει πάντα Δευτέρα

Γυναίκα με φρούταΚαι αν είχε ρίξει κλάμα για το Λάμπη. Τον κοιτούσε που έπαιζε μπάσκετ στα διαλείμματα και του ορκιζόταν αιώνια αγάπη από μακριά. Γέμιζε το κοριτσίστικο ημερολόγιό της καρδούλες και σπαραχτικά ποιηματάκια. Τα έδειχνε στην Ελίνα και αυτή δάκρυζε. «Να πας στο πανεπιστήμιο να γίνεις συγγραφέας», της έλεγε «Τέτοιο ταλέντο να πάει χαμένο». Είχε πάει τελικά στο πανεπιστήμιο και είχε τελειώσει μαθηματικός. Έπιασε μετά δουλειά σ’ ένα φροντιστήριο και περίμενε να διοριστεί. Κάθε τόσο έδινε εξετάσεις αλλά δεν περνούσε. «Δεν κάνεις καλή προετοιμασία», της έλεγε η μάνα της και της ερχόταν να χτυπήσει το κεφάλι της στον τοίχο. Το δημόσιο δεν της έλεγε τίποτα. Μια χαρά ζούσε με τα λεφτά που έβγαζε από το φροντιστήριο. Έκανε και μερικά ιδιαίτερα και συμπληρωνόταν ο μισθός. Ζούσε τη ζωή της απλά και τα είχε ξεχάσει όλα. Τα όνειρα, τα ποιήματα, την Ελίνα, και το Λάμπη. Το Λάμπη μάλλον πρώτο, γι’ αυτό και τρόμαξε να τον αναγνωρίσει όταν τη φώναξε στο δρόμο.

Εκείνη την ημέρα είχε ξυπνήσει νωρίτερα απ’ότι συνήθως. Έτσι, σηκώθηκε από το κρεβάτι και βγήκε έξω με τα ρούχα που ‘χε κοιμηθεί. Έβαλε μόνο γυαλιά ηλίου μιας και είχε ξεχάσει να ξεβαφτεί το προηγούμενο βράδυ. Ήθελε να πάρει ψωμί και φρούτα. Κατέβηκε τις σκάλες προσπαθώντας να βγάλει ένα κακάδι που είχε κολλήσει στο δεξί ρουθούνι της. Βγαίνοντας στο δρόμο προσπέρασε το φούρνο δίπλα στο σπίτι της. Ήθελε να πάει σ’αυτόν που ήταν πιο πάνω γιατί της άρεσε που έβλεπε το ψωμί και τις πίτες να ψήνονται στο πίσω μέρος. Γυρνώντας θα έκρυβε το ψωμί στη σακούλα με τα φρούτα κι ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Βγαίνοντας από το φούρνο άκουσε να φωνάζουν το όνομά της και γύρισε να δει ποιος ήταν. Ένας τύπος με κουστούμι λογιστή κοίταζε προς το μέρος της χαμογελώντας. Ωραία, ένας ακόμα μπαμπάς που δεν θυμάμαι. Έτοιμη για το σόου: Τι κάνετε- όλα καλά- και εγώ δόξα το Θεό όλα καλά,- ε τα παιδιά σήμερα είναι δύσκολα αλλά τι να κάνουμε- πιέζονται- έχουν κι αυτά τα δίκια τους- φεύγω τώρα γιατί αρχίζω μαθήματα από νωρίς- τα χαιρετίσματά μου- και καλή σας μέρα, σκέφτηκε και άρχισε να πηγαίνει προς το μέρος του. Δεν πρόλαβε να φτάσει και αυτός την άρπαξε να την αγκαλιάσει χτυπώντας πάνω στο χέρι που πήγαινε για χειραψία. «Καθόλου δεν άλλαξες. Καθόλου» Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο και για εσένα. Ποιος στο διάολο ήτανε; Παλιός συμφοιτητής; Κάνα αρχαίο ραντεβού που είχε πάρει πόδι λόγω κακογουστιάς; «Πόσα χρόνια είναι; Δεκαπέντε; Είκοσι; Τι έγινες εσύ ρε ψυχή;» Συμμαθητής. Αλλά ποιος; Αν είχα πάει στη συνάντηση για τα δεκαπέντε χρόνια ίσως και να τον θυμόμουν. Σκατά τώρα. «Μαθηματικός ε; Η Ελίνα έλεγε πάντα πως θα γίνεις συγγραφέας. Τι να κάνει κι αυτή; Την βλέπεις καθόλου;» Φίλος της Ελίνας, μάλιστα. Κάτι είναι κι αυτό. «Πέθανε; Πότε;» Απότομα το είπα. Κρίμα ο άνθρωπος. Αναστατώθηκε. «Την αγαπούσα την Ελίνα. Της έλεγα πως θα την παντρευτώ. Κι αυτή με αγαπούσε. Η μάνα μου όμως ανένδοτη. Λάμπη, μου έλεγε, δεν είναι για σπίτι αυτή. Αδύνατη σαν το καλάμι, τι παιδιά θα βγάλει;» Ο Λάμπης. Και η Ελίνα. Ο Λάμπης και η Ελίνα. Σκατά στα μούτρα μου που τρέχω κάθε χρόνο και ανάβω το κωλόκερο να αναπαύεται η ψυχή της. «Πάρε την κάρτα μου να πάμε για έναν καφέ, να τα πούμε ήρεμα καμιά φορά. Φεύγω τώρα, έχω δικαστήριο.»

Έβαλε την κάρτα στην τσέπη και περπάτησε προς το σπίτι ξεχνώντας να κρύψει το ψωμί στη σακούλα με τα φρούτα.