Ημερολόγιο

στην ουρά περιμένω
επιστροφή χρόνου 
κι είναι κι αυτό κατασπατάληση
γιατί δεν παύουν να περνούν οι ώρες

Ο μάγος με συμβούλευσε να τα μαζέψω και να πάω αλλού. Δεν τον άκουσα και μετά από μερικές μέρες βρήκα το κεφάλι μου πάνω σ’ ένα παλούκι. Μαλακία, σκέφτηκα, και επέστρεψα σπίτι να μαγειρέψω. Ο μάγος με περίμενε εκεί. Σε προειδοποίησα, μου λέει, φύγε τώρα, ακόμα δεν είναι αργά. Είχα βγάλει να φτιάξω συκωτάκια και καρδούλες, του λέω, πάω να τηγανίσω και βλέπουμε μετά. Στην κουζίνα τα 'ριξα στο τηγάνι, ένιωσα ένα κάψιμο στο στήθος, μοσχομύρισε το σπίτι όμως. Κάτσε να φάμε, του λέω. Δεν έχεις το θεό σου, μου λέει, σήκω φύγε, έχεις μείνει μισή. Μου την έσπασε, μα είχα μάθει να τον σέβομαι, έτσι του 'στρωσα να φάει. Τα φχαριστήθηκε παρ' όλο που δεν έβγαλε κουβέντα. Άντε τώρα μάζεψέ τα να πηγαίνεις, λέει. Κάτσε μάγε μου να ξεκουραστείς μια στάλα και θα τα βρούμε μετά, του λέω, και τον βάζω να κοιμηθεί στο κρεβάτι μου. Βγαίνω να ταΐσω τα πουλιά, βλέπω το δέντρο μου να 'χει γείρει, πλησιάζω να δω τι συμβαίνει, μη, φωνάζει μια γριά, τα χέρια μου σκαλωμένα πάνω στον κορμό, με χτυπάει ο κεραυνός, παραλύω, που να γυρίσω σπίτι τώρα; Μετά που έφυγα, τα πουλιά σταμάτησαν να έρχονται όση ζάχαρη κι αν έβαζε στο νερό. Μ' αγαπούσαν φαίνεται.

Πίσω με περίμενε η Εστία, κοιτούσε τα πόδια μου, ήταν γεμάτα λάσπες, έβγαλα τα παπούτσια μου και δεν τα ξαναφόρεσα για μήνες.