Ημερολόγιο

Όταν ο παππούς μιλάει με δύο φωνές
διστάζω στο άνοιγμα της πόρτας
μην ξέροντας να τον διακόψω ή όχι
είναι οι μόνες φορές που πιστεύω σε θεό

«Που να τρέχω ρε συ Βάσια σε χορούς και πανηγύρια στην άλλη άκρη της Αθήνας; Όχι πες μου τι κατάλαβα τόσα χρόνια που δεν έχω χάσει κοπή πίτας για κοπή πίτας στο σύλλογο; Εδώ σου λέω υπάρχει θέμα. Με το Μιχάλη, ναι. Είναι κάτι δυνατό. Όχι δε συναντηθήκαμε ακόμα. Έχουμε κάνει όμως κάτι συζητήσεις. Ατελείωτες. Για μουσική, σινεμά, λογοτεχνία, τη ζωή μας. Τα πάντα όλα. Ε δε θέλω να πιέζω καταστάσεις. Ναι, το ξέρω ότι στη βράση κολλάει το σίδερο, αλλά δεν είναι έτσι ο Μιχάλης. Τίποτα απ’ αυτά δεν έχει σημασία όταν μιλάμε. Στο chat, ναι. Κόλλησες εσύ τώρα. Χαλάρωσε. Γιατί κάτι μου λέει ότι πολύ σύντομα θα συμβεί κι αυτό. Πήγε να λιώσει το πληκτρολόγιο χθες βράδυ. Πήρανε φωτιά οι τοίχοι. Στο facebook ναι. Άλλο πράμα. Έλα, τιγκανά τώρα. Έχουμε ραντεβού, και μόλις έλαβα σκούντημα. Κλείνω. Καλά να περάσεις.» Κοκομπλόκο η δικιά σου. Βδέλλα κολλημένη στην οθόνη, περιμένει στο παράθυρο σαν τη Ραπουνζέλ. Α ρε Ολγάκι. Πέτα κοτσίδα, ν’ ανέβει ο καλός σου.

Και δε φτάνει που κάθε βράδυ αναγκάζεται να φοράει την καλή την μπιτζάμα και να σενιαρίζεται αλά επιμελώς ατημέλητη μην τυχόν και της ζητήσει να τσατάρουν με κάμερα, κάθε πρωί έχει ν’ ανεβάσει και παράσταση. Δυο βδομάδες τώρα πηγαινοέρχεται λες και πάει σε οντισιόν για το Next Top Model: δωδεκάποντο, τσάντα στον αγκώνα σε κεφαλοκλείδωμα και, απαραιτήτως, συνομιλία στο κινητό. Ακόμα κι αν χρειαστεί να την προσποιηθεί. «Βεβαίως κύριε Νικολάου. Η παραγγελία είναι έτοιμη και σας περιμένει.» Τι να κάνουμε τώρα; Η γυναίκα είναι πολυάσχολη. Φτάνοντας στο μαγαζί, σκύβει προσεχτικά ν’ ανεβάσει τα ρολά. Να φανεί λίγο μπούτι, αλλά όχι και κώλος. Και ανοίγει το μαγαζί μ’ ένα χαμόγελο ίδια η Ζιλιέτ Μπινός στο Chocolat. Τα γαμωσταυρίδια για το πρωινό ξύπνημα και τα κωλόπαιδα που βάφουν τον τοίχο της με σπρέι είναι πλέον παρελθόν. Όλη μέρα δε βρίσκει ησυχία  στην σκέψη ότι είναι από μια μεριά ο Μιχάλης και την παρατηρεί. Σε διαρκή επιφυλακή. Κι όλο στήνεται και ποζάρει η ηθοποιά. Με κινήσεις προμελετημένες και προβαρισμένες στον καθρέφτη απ’ το προηγούμενο βράδυ. Και με τι χάρη αρπάζει τη σκούπα και κάνει το πάτωμα λαμπίκο. Με τι σκέρτσο εξυπηρετεί τους πελάτες. Κι όταν δεν έχει δουλειά, τι χάρμα οφθαλμών να τη βλέπεις να ονειροπολεί κοιτάζοντας τις σταγόνες της βροχής στο τζάμι. Ξύπνα Όλγα! Άρχισες πάλι τα όνειρα με τρεχάμενα μπουκλωτά παιδάκια και άλογα σε χρυσαφένιες ακρογιαλιές. Στο τσακ είσαι ν’ αρχίσεις να τρέχεις προς το υπερπέραν με τα χέρια διάπλατα σε αναζήτηση αγκαλιάς. Ξύπνα μωρή τρελή! Θα βρεις βιτρίνα.

Που να ξυπνήσει το χαϊβάνι; Ολονυκτία στο chat, την ώρα που τα κορίτσια χορεύουν καλαματιανούς με τα τεκνά από το χορευτικό συγκρότημα του συλλόγου. Περιμένει τη σωστή την ατάκα, την πρόστυχη: «Δεν πάει άλλο. Θέλω να σε δω από κοντά». Κι όταν φτάνει στο αμήν παίρνει τηλέφωνο τη Βάσια για οδηγίες προς ναυτιλλομένους. «Αρκετή υπομονή έκανες. Ώρα να του ξηγηθείς αλμυρό φιστίκι. Τι νομίζεις δηλαδή; Ότι έχει γνωρίσει πολλές γυναίκες σαν κι εσένα εκεί μέσα; Γαμώ τα παιδιά και χάι φακαμπίλιτι άτομο; Στέλνεις: θέλω να βρεθούμε. Τέλος». Enter. Το μήνυμα έχει φύγει. Η Όλγα με τα χέρια μετέωρα πάνω απ’ το πληκτρολόγιο. Δυο λεπτά και καμία απάντηση. Όχι δευτερόλεπτα όπως στ’ άλλα μηνύματα. Σοκ η δικιά σου. Τα χέρια καταρρέουν στα πλήκτρα: «ιθσδκξχ». Wtf?

Συνεχίζεται...Μάλλον.