Ημερολόγιο

κάθε πρωί σου γράφω ένα ποίημα 
που το ίδιο βράδυ σβήνω
γιατί έχεις προλάβει ήδη
και το έχεις ξεπεράσει

Δεν θέλεις να έρχεσαι πια εδώ, στο ποντικόσπιτό μου, είπε μεταξύ σοβαρού κι αστείου –ένα μήνα τώρα προσπαθούσε να πιάσει έναν αρουραίο που ‘χε τρυπώσει στο σιφόνι σε ένα απ’ τα δίπλα δωμάτια. Χαμογέλασα και σηκώθηκα να τον αγκαλιάσω. Ήταν σκυμμένος πάνω απ’ το τραπέζι και ψαχούλευε κάτι δίσκους. Βρήκε αυτόν που έψαχνε και τον έβαλε να παίζει: Δύο γαρδένιες για εσένα. Μου το είχε τραγουδήσει πριν δυο βράδια όταν καθόμασταν αντικριστά στον καναπέ. Εκεί που μοιραζόμασταν την ίδια ζωή. Μόνο που αυτό το κατάλαβα μετά.

Το επόμενο πρωί έφευγε ταξίδι κι όταν θα γυρνούσε θα είχα φύγει εγώ. Έφτιαχνε τη βαλίτσα του κι σκεφτόταν τι να πάρει μαζί. Έβαζε μέσα μια μπλούζα, την έβγαζε, μου την έδειχνε, με ρωτούσε αν μου αρέσει. Γελούσα εγώ γιατί τι να του ‘λεγα; Όλα μου αρέσαν πάνω του. Αλλά αυτός τσατιζόταν γιατί δεν τον βοηθούσα λέει να διαλέξει. Σηκώθηκα λοιπόν να πλύνω τα πιάτα. Αν έμενα στο δωμάτιο θα μαλώναμε. Ήθελε να τον αφήνω ήσυχο όση ώρα ασχολιόταν με τα μικροπράγματά του, κι εγώ δεν μπορούσα να κρατήσω τα χέρια μου μακριά του. Κατάλαβε πως του άδειαζα τη γωνιά να ετοιμαστεί με την ησυχία του και όπως περνούσα πλάι του, με έπιασε από τη μέση, παραμέρισε τα μαλλιά μου και με φίλησε στο πίσω μέρος του λαιμού. Θα ετοίμαζε αυτός τη βαλίτσα, θα έπλενα εγώ τα πιάτα, και θα συναντιόμασταν ξανά σε λίγο.

Είχαν κολλήσει τα μακαρόνια στο κατσαρόλι. Του φώναξα να ανάψει το θερμοσίφωνα αλλά σιγοτραγουδούσε και δεν μ’ άκουσε. Το άφησα να μουλιάζει κι άρχισα να πλένω τα υπόλοιπα. Ανυπομονούσα. Οι κινήσεις μου έγιναν βιαστικές όταν τον άκουσα να σηκώνει το διακόπτη για το ζεστό νερό και να βηματίζει προς το κουζινάκι. Είχε τελειώσει πιο γρήγορα απ’ ότι υπολόγιζα. Στεκόταν πίσω μου και με κοιτούσε. Το σώμα του, όμως, είχε διασπαστεί. Έδινε μία συνέχεια, ένα σχεδόν αναστατωμένο ουράνιο τόξο, που με άγγιζε παντού. Σκούπισα τα χέρια μου και στράφηκα προς το μέρος του. Ας ανέβουμε λίγο πάνω, είπε και με έπιασε από το χέρι. Ήθελε να ξαλαφρώσει το σπίτι που είχε πάρει βάρος κι οδήγησε τα βήματά μου στην ταράτσα –ο Λυκαβηττός που δεν πήγαμε ποτέ. Ήταν το αεράκι που ψηλαφούσε το δέρμα μου, ο φόβος πως δε ζούσαμε την ίδια στιγμή; Βιάστηκα να γυρίσουμε στα χαμηλά.

Στις σκάλες, σιωπηλοί. Μου έδωσε τα κλειδιά να ανοίξω την πόρτα. Μπήκαμε –η βαλίτσα ανοιχτή στον καναπέ- και χώθηκε πάλι στις μουσικές του. Έβαλε να παίζει αυτό που σιγοτραγουδούσε πριν. Έβγαλε τα ρούχα του, τύλιξε την γκρι πετσέτα γύρω από τους γοφούς, μου ‘δωσε ένα πεταχτό στο στόμα και μπήκε στο μπάνιο. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και τον περίμενα εκεί. Το πρωί θα έκρυβα ένα σημείωμα ανάμεσα στα ρούχα του να το βρει όταν θα έφτανε στο ξενοδοχείο. Σηκώθηκα μόλις τον είδα στο άνοιγμα της πόρτας. Το δέρμα του ήταν ακόμα νωπό. Τύλιξα τα χέρια γύρω του και κύλησα τα δάχτυλα στους ώμους του σκουπίζοντας τις σταγόνες που είχαν απομείνει εκεί. Με έσπρωξε απαλά στο κρεβάτι, άναψε τον ανεμιστήρα και γονάτισε μπροστά μου. Αλήτισσα, ούτε τα παπούτσια σου δεν έβγαλες. Άρχισε να φιλάει τις γάμπες μου, ανασηκώνοντάς με ελαφρά για να με ξεντύσει. Ήξερε και με άφησε να βγάλω μόνη τα πέδιλα τελευταία, την ώρα που ξάπλωνε πάνω μου, καλύπτοντας όλους τους πόρους του κορμιού μου. Δεν χρειαζόμουν τίποτα παραπάνω. Η θέρμη του κορμιού του ήταν αρκετή. Με μαγνήτισε και βρεθήκαμε πάλι μαζί. Και μείναμε έτσι ώρα, ώσπου τον άρπαξα, κρατώντας τους γοφούς του σταθερά, χαμηλά επάνω στους δικούς μου. Ν’ απορροφήσω εγώ, κάθε σταγόνα του. Κι αποκοιμηθήκαμε. Ανάσκελα εγώ. Μπρούμυτα αυτός, μ’ όλο το βάρος του υγρό, καθησυχαστικό, επάνω μου.

Μάιος 2009