Ημερολόγιο

Εχθές μάλωσα με το ρολόι που μου ‘λεγε πως είναι 
είκοσι-τέσσερις οι ώρες που μένουν μέχρι αύριο τέτοια ώρα 
όπως μάλωνα όταν ήμουν παιδί με τη μαμά μου που επέμενε 
ότι η Καθαρά Δευτέρα πέφτει πάντα Δευτέρα

Είχε μέρες που παρατηρούσε εκείνο το ψάρι. Στην αρχή αδιάφορα. Από περιέργεια. Μετά ανησυχία. Καθόλου δεν του είχε δώσει σημασία όταν το είχαν πρωτοφέρει μέσα σε μια πλαστική σακούλα μαζί με κάτι άλλα ψώνια από το σουπερμάρκετ. Συχνά-πυκνά, όμως, την ώρα που αυτός προσπαθούσε να ανακαλέσει τον επόμενο μονόλογό του, αντιλαμβανόταν με την άκρη του ματιού του μια έντονη κινητικότητα μέσα στη δεξαμενή. Του αποσπούσε λίγο την προσοχή, αλλά τι να κάνει; Ψάρι ήταν. Δε μπορούσε να του επιβληθεί η ακινησία.

Αυτά στην αρχή. Γιατί, τις τελευταίες μέρες το ψάρι πιο πολύ επέπλεε παρά κολυμπούσε. Ή ό,τι άλλο, τέλος πάντων, κάνουν τα ψάρια μέσα στο νερό. Περίγελος των μπαρμπουνιών και όλων των ψαριών του αλμυρού νερού. Ερήμην του. Αυτό, ίσως απλά, να βαριόταν να χρησιμοποιήσει το πτερύγιό του με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς από κάποιον του είδους του. Με χαρακτηριστική νωθρότητα έκοβε κάνα-δυο βόλτες και όταν πια κουραζόταν επέστρεφε στη θέση του κοντά στην επιφάνεια. Κρεμασμένο πάνω απ’τα φύκια σαν κρακεράκι. Με λέπια ξεβαμμένα και ωχρά -θαρρείς και έμεινε μισή η προετοιμασία του για κάποιο διαγωνισμό ψαρόσουπας και δεν πρόκανε η κυρά του να το ξεκοκαλίσει ολόκληρο. Οι βρόγχοι του, αναγκαστικά έφερναν εις πέρας τα απολύτως αναγκαία. Ξεχαρβαλωμένα αυτά τα δήθεν πνευμόνια, άρμεγαν το λιγοστό οξυγόνο του νερού της δεξαμενής, που είχε θολώσει, λες και το ψάρι αυτό κρυφά κάπνιζε μανιωδώς. Περίπτωση που θα δικαιολογούσε και τα κιτρινιασμένα άκρα του. Ωχρά. Και με μάτια αγελάδας κοίταζε τον Περικλή να το κοιτάζει. Απορημένα. Και έπειτα πάλι το ίδιο. Αφού τα πάντα ξεχνιόντουσαν γρήγορα. «Σύντομη μνήμη ψαριού, σου λέει ο άλλος. Τριών δευτερολέπτων. Ευλογία.»

Ξαφνιασμένος από το φωναχτό εσωτερικό του μονόλογο, ο Περικλής επανήλθε στην πραγματικότητα και σταμάτησε να παρατηρεί το ψάρι. Αναρωτήθηκε αν οι θεατές των πίσω σειρών θα μπορούσαν να το διακρίνουν. Με βιαστικά βήματα βγήκε από το δωμάτιό του και κατέβηκε τη σκάλα που ακόμα έτριζε. Μα καλά, δε θα την έφτιαχναν ποτέ; «Τι περιμένουν; Να γκρεμοτσακιστεί κανένας και να έχουμε άλλα;» Διέσχισε τη σκηνή και για μια ακόμα φορά αισθάνθηκε τα βήματά του βαριά. Σαν τα σανίδια να μην άντεχαν το βάρος του. Παρηγορήθηκε στη σκέψη πως ακόμα κουβαλούσε παραπανίσια κιλά από τις καλοκαιρινές διακοπές. Θα ξεκινούσε δίαιτα από Δευτέρα. Το έβλεπε και στα μάτια των συναδέλφων του. Έπρεπε να χάσει κιλά. Λαχανιασμένος φτάνοντας στα πίσω καθίσματα κοίταξε ψηλά, το δωμάτιό του. «Γαμώ το.» Το ψάρι πουθενά. Θα νόμιζε κανείς πως φύλαγε ένα ενυδρείο μισογεμάτο με μπαγιατεμένη σούπα. Και ούτε καν ψαρόσουπα!


- Δεν έχουν το θεό τους!
- Εμένα μου λες.
- Καλησπέρα κύριε Περικλή. Νωρίς-νωρίς σήμερα.


Οι καθαρίστριες. Την κατάλληλη στιγμή. Θα προσπαθούσε με ευγενικό τρόπο να τις παρακαλέσει να καθάριζαν πιο συχνά το ενυδρείο. Πώς να τους το έλεγε, όμως, χωρίς να παρεξηγηθούν; Είχαν και αυτές του κόσμου τις δουλειές. Και ήταν μόνο δύο. Μήπως να τους έδινε ένα μικρό χαρτζιλίκι για να αποφύγει τις παρεξηγήσεις; Από την άλλη πάλι, δουλειά τους δεν ήταν; Να διατηρούν καθαρούς όλους τους χώρους του θεάτρου, συμπεριλαμβανομένου και του σκηνικού;


- Ναι, ναι. Έβρεχε. Πήρα το μετρό.


Πού να έμπλεκε; Θα άδειαζε ο ίδιος τη δεξαμενή και θα αγόραζε ένα καινούριο. Πόσο να έκανε; Δέκα-είκοσι ευρώ; Μικρό το κακό. Κανείς δε θα το καταλάβαινε. Κανείς δεν θα το θυμόταν. Και το ψάρι; Θύμα του ελληνικού δημοσίου. Ερήμην του.

Νοέμβριος 2008