Ημερολόγιο

Αν με περίμενες θα ‘ταν κι αυτό μια κάποια νηνεμία
Και το λέω ‘γω που όλο ανέμους κυνηγώ
κι άμα δεν έρχονται μελαγχολώ

Η επιβάτης

Προσπέρασε τα κοράκια που έκραζαν περιοχές: Κουκουβάουνες, Κουκάκι, Καλλιθέα. Φτάνοντας στην πιάτσα σχεδόν την άρπαξε. Έβαλε την τσάντα στο πίσω κάθισμα κι έκατσε μπροστά. Έκανε να φτιάξει τα μαλλιά της που πέταγαν. Δεν είχε σημασία. Νύσταζε. Κύλησε τα δάχτυλα στις κόχες των ματιών. Ξεκίνησαν. Άδειοι δρόμοι. Αυτός κάτι έψαχνε στη θήκη στο πλάι της πόρτας. Ακουγόταν σα να προσπαθούσε να ξετυλίξει μια καραμέλα. Δεν ήθελε να γυρίσει. Προσπάθησε να δει τι έκανε με την άκρη του ματιού, χωρίς να στρέψει το πρόσωπό προς το μέρος του. Τα μάτια της θόλωναν. Ο ήχος συνεχιζόταν. Και αυτός ο αναθεματισμένος, δεν μπορούσε να ξεκινήσει μια τυπική συζήτηση για τον καιρό; Είχε δυο μέρες τώρα που έβρεχε λάσπη. Μα καλά, τι έψαχνε τόση ώρα; Καραμέλα αποκλείεται, αφού κάπνιζε τσιγάρα ίδια μάρκα με αυτά που κάπνιζε ο παππούς πριν το κόψει. Και τι κατάλαβε; Στους πνεύμονες τον χτύπησε. Πέντε χρόνια πάνω, πέντε κάτω. Δεν πρόλαβε να τη δει να παίρνει το πτυχίο. Πάντα να βγάζεις τα δικά σου λεφτά. Ήταν περήφανος για την εγγονή που είχε πάρει το όνομα της γυναίκας του. Μην κοιτάς εμένα και τη γιαγιά. Άλλες εποχές. Την αγαπούσε ακόμα και όταν δεν μπορούσε να θυμηθεί ποια ήταν.

Ο παππούς δε φοβόταν. Εμπιστευόταν τους ανθρώπους. Άλλες εποχές. Τι χαζή που ήταν. Είχε μπει πάλι μέσα χωρίς να τσεκάρει την πινακίδα. Και το δίπλωμά δεν ήταν στο ταμπλό. Να δει τη μάρκα! Μερσεντές. Και τι μ’ αυτό; Όλα τα ταξί Μερσεντές δεν ήταν; Αν μπορούσε να αναγνωρίσει το μοντέλο θα ησύχαζε λίγο. Ποτέ δεν είχε ενδιαφερθεί για αυτοκίνητα. Και ο παππούς ήταν αυτοκινητιστής. Όλη του η ζωή στο δρόμο. Όταν μάλιστα είχαν κατέβει στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα στην Αθήνα, είχε δουλέψει μερικά χρόνια οδηγός στο ταξί κάποιου άλλου. Λίγο πιο ξύπνιος να ‘μουν θα ΄χα αγοράσει το δικό μου και θα ‘μασταν όλοι μια χαρά τώρα. Έλεγε πως μπορούσες να τα αγοράσεις σχεδόν τζάμπα τότε. Κάτι με το βασιλιά, δε θυμόταν. Ίσως να ήταν και από άλλη ιστορία αυτό. Πάντα μπέρδευε τις ιστορίες του παππού. Όσες φορές και να τις είχε ακούσει.

- Από που να πάω;

Φωνή συνηθισμένη. Δε θα μπορούσε να την αναγνωρίσει αν την ξανάκουγε. Σκέφτηκε προσεχτικά τις επιλογές. Από κέντρο ή Χαμοστέρνας.

- Από κέντρο.

Ήξερε καλύτερα τη διαδρομή.

Το ίδιο είναι. Δεν έχει κίνηση τέτοια ώρα.

Δεν απαντά. Κάτι ψαχουλεύει πάλι. Ο ίδιος ήχος, αλλά σα να κρεμάει κάτι τώρα. Τι είναι; Ένα απ’ αυτά τα δεντράκια, που μυρίζουν φρούτα. Ο παππούς τα σιχαινόταν. Να μην τα βάζεις αυτά. Μαυρίζουν τα πνευμόνια. Αφού τον είχε ρωτήσει αν μπορούσε να καπνίσει, γιατί το κρεμάει τώρα αυτό; Και γιατί στρίβει εδώ; Δεν το ξέρει το στενό. Ούτε ένας περαστικός έξω. Οι ασφάλειες ανοιχτές. Δρόμο θα κόβει. Άλλωστε ήταν και οι κάμερες στο σταθμό. Θα τον έβρισκαν. Τι ωφελούσε όμως; Δε φυλασσόταν αρκετά.

Σκέφτηκε πάλι τον παππού που την κατέβαζε στο κέντρο όταν αυτή ήταν μικρό κοριτσάκι. Τον Μάρτιο του 81 είχε πάρει τη σύνταξή του. Δυο μήνες μετά που γεννήθηκε. Της είχε αδυναμία. Ήθελαν και οι δυο τους να είναι όλη την ώρα έξω. Πήγαιναν βόλτες και της μάθαινε τις στάσεις που δούλευε. Με τα παλιά ονόματα. Τα είχε ξεχάσει κι αυτά. Ο παππούς βέβαια δεν τα ξέχασε ποτέ. Όλα τα ξέχασε, αυτά όχι. Συνέχιζε να κατεβαίνει στην Αθήνα με το λεωφορείο και δεν ξέχασε ποτέ πως να γυρίσει σπίτι.

Μπήκε από την πρώτη είσοδο. Του έδωσε οδηγίες να φτάσουν.

- Εννέα ευρώ και είκοσι λεπτά.

Άφησε δέκα κι έφυγε.

Ο οδηγός

Κάτι τέτοιοι μαλάκες μας χαλάνε την πιάτσα.

Είναι τρίτος και το λεωφορείο ξεφορτώνει καμιά εικοσαριά άτομα. Παίρνει μια κοπέλα που κοιτάζει κάτω. Καλή περιοχή, τον βολεύει. Έχει κι ένα καλό μαγαζί εκεί κοντά να πιει κάνα καφέ της προκοπής. Αυτός εδώ δεν πίνεται. Πάει να σβήσει το τσιγάρο αλλά καπνίζει κι αυτή. Καλώς. Κατεβάζει τα παράθυρα να μη μυρίσει το αυτοκίνητο και φωνάζει πάλι ο άλλος. Που στο διάολο έχει βάλει και κείνα τα αποσμητικά που του δίνουν στο πλυντήριο; Βρίσκει ένα και το κρεμάει. Θα την αφήσει και θα κάνει διάλειμμα μετά. Φτάνουν όσο η ταρίφα είναι ακόμα διπλή.

 

Φεβρουάριος 2009