Ημερολόγιο

Εχθές μάλωσα με το ρολόι που μου ‘λεγε πως είναι 
είκοσι-τέσσερις οι ώρες που μένουν μέχρι αύριο τέτοια ώρα 
όπως μάλωνα όταν ήμουν παιδί με τη μαμά μου που επέμενε 
ότι η Καθαρά Δευτέρα πέφτει πάντα Δευτέρα

Από πολύ μικρός ακόμα, αισθανόμουν συχνά μια ακατανίκητη ανάγκη να κουρνιάζω σε στενάχωρα μέρη. Στην αρχή, χωνόμουν κάτω απ’ το παιδικό μου κρεβάτι. Αργότερα, που το μέγεθός μου δε μου το επέτρεπε πια, στην ντουλάπα και, μεγαλώνοντας, όταν δηλαδή μία τέτοια συμπεριφορά δε μπορούσε πλέον να δικαιολογηθεί με το πρόσχημα του παιχνιδιού, η ανάγκη μου αυτή εξυπηρετούντο κάτω από βαριά σκεπάσματα όπου παρέμενα προσποιούμενος ασθένεια, η οποία και με τον καιρό «έμαθε» όντως να συντονίζεται με την ανάγκη μου αυτή.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα απόγευμα, θα ’μουν δε θα ’μουν τεσσάρων χρονώ, την ώρα που όλοι στο σπίτι κοιμόντουσαν, βρήκα ευκαιρία και τυλίχτηκα ολόκληρος με κάτι παπλωματάκια που ’χε ράψει η γιαγιά μου για τις κούκλες της ξαδέρφης μου. Κι ήταν τόσο ανακουφιστική η αίσθηση του μαλακού υφάσματος που κάλυπτε μέχρι και το τελευταίο μόριο του δέρματός μου, που δεν πήρα χαμπάρι ούτε πότε σηκώθηκε η μάνα μου απ’ το κρεβάτι, αλλά ούτε πότε μπήκε στο δωμάτιό μου και με ’πιασε στα πράσα, παρ’ όλο που ’πεσα μ’ όλη μου τη δύναμή πάνω στην πόρτα σ’ ένα μάταιο αγώνα να παρεμποδίσω την είσοδό της στο δωμάτιό μου.

Αν ακολούθησε ξυλοδαρμός ή όχι δε μπορώ να το θυμηθώ. Νομίζω πως με ανάγκασε μόνο να βγάλω από πάνω μου μέχρι και το τελευταίο κομμάτι υφάσματος, ακόμη κι αυτό που είχα παραχώσει μες στο σλιπάκι μου κι ήλπιζα πως, από τακτ και μόνο, θα προσποιούντο πως δεν το ’χε προσέξει. Θυμάμαι σίγουρα όμως ότι μ’ έβαλε τιμωρία να κάτσω ακίνητος στο κέντρο του δωματίου –εκτεθειμένος από παντού- μέχρι να της εξηγήσω επακριβώς τι έκανα την ώρα που μ’ είχε τσακώσει να παίζω με τα πράματα της ξαδέρφης μου.

Από τις ελάχιστες φορές στη ζωή μου που η φαντασία μου αρνήθηκε κατηγορηματικά να δουλέψει. Πάνω από δέκα φορές μπήκε και βγήκε απ’ το δωμάτιό μου απαιτώντας να μάθει την αλήθεια: «Λοιπόν; Ακούω...». Μια αλήθεια που, και παντελώς ηλίθια να ’ταν, έπρεπε να καταλάβει πως εγώ ήμουν ο τελευταίος που θα μπορούσα να την ξέρω. Έτσι, μετά από κάμποση, μου φαίνεται, ώρα της ξεφούρνισα, μασώντας τις μισές λέξεις, το παραμύθι πως είχα προσπαθήσει να ντυθώ κλόουν και πως, αν δε μ’ είχε σταματήσει, είχα σκοπό να ετοιμάσω ένα σκετς για να τους διασκεδάσω όλους το βράδυ στην αυλή. Ξεφύσηξε με τέτοια ανακούφιση που, αν και, επαναλαμβάνω, ήμουν το πολύ τεσσάρων χρονώ, ομολογώ πως αναρωτήθηκα πόσο περιορισμένη μπορούσε να είναι η ευφυία της. Έπειτα με πήρε αγκαλιά κι αφού με φίλησε τρυφερά στο μέτωπο, συνειδητοποίησε πως έτρεμα σαν το ψάρι – είχα ανεβάσει πυρετό σαράντα. Γέμισε την μπανιέρα παγωμένο νερό και με ’χωσε μέσα, παρά τα παρακαλετά μου πως το τελευταίο πράμα που χρειαζόμουν εκείνη τη στιγμή ήταν ακόμη περισσότερο κρύο.

Οποιοσδήποτε άνθρωπος έχει έρθει σε επαφή με τη μαζικής κατανάλωσης ψυχολογία, είτε μέσω κάποιου εγχειριδίου του κώλου, προσφορά κάποιας Κυριακάτικης εφημερίδας, είτε εξαιτίας κάποιας ανθρωποκεντρικής τηλεοπτικής εκπομπής, ή ακόμα και κατά τη διάρκεια κάποιας πανεπιστημιακής διάλεξης –κακά τα ψέματα, κι οι δικές τους οι προσεγγίσεις σπανίως διαφέρουν από τις προαναφερθείσες-, θα κατέληγε εύκολα και χωρίς ενδοιασμούς στο συμπέρασμα πως η περίπτωσή μου προφανώς και εμπίπτει στο φαινόμενο της επιθυμίας του βρέφους, παιδιού και, μετέπειτα, ενήλικα να επιστρέψει στη μήτρα της μητέρας του.

Αν δε κάποιος ειδικός έμπαινε στη διαδικασία να παρατηρήσει τη συμπεριφορά μου, ή τρόπο τινά, να με ψυχαναλύσει, το πιθανότερο είναι πως θα κατέληγα να επιστρέφω στο άλλο κρεβάτι επί καθημερινής βάσεως. Ας μιλήσω, παραδείγματος χάριν, για τον επαναλαμβανόμενο φόβο πως χάνω τη σωματική μου συνοχή, ή, με άλλα λόγια, πως χάνω τα όρια του σώματός μου. Είναι φορές, συνήθως μεταξύ ύπνου και ξύπνου, που νιώθω τη σάρκα μου να μεταλλάσσεται σε ξύλο. Κι αν δεν αλλάξω αμέσως στάση σώματος και στρέψω τη σκέψη μου σε κάποιο άλλο, εντελώς άσχετο θέμα, η αίσθηση πως μετατρέπομαι σε κορμό δέντρου με κατακυριεύει, ρευστοποιούμαι σχεδόν επάνω στο στρώμα μου –θέλω να γίνω ο ίδιος κουφάλα και να χωθώ μέσα- μέχρι που ο φόβος της απώλειας του περιγράμματός μου γίνεται τόσο έντονος που πετάγομαι όρθιος, λες κι έχω ενστικτωδώς ξυπνήσει από τρομερό εφιάλτη. Κι είναι η αίσθηση αυτή αρχέγονη, αισθάνομαι δηλαδή πως την κουβαλάω από γεννησιμιού μου, ίσως κι από πιο πριν. Σκέφτομαι λοιπόν, καμιά φορά, πως όλο αυτό είναι μία αναβίωση της καθ’ εαυτήν στιγμής της γέννησής μου κι αναρωτιέμαι πως ν’ αποτυπώθηκε μέσα μου αυτή η τόσο απότομη αλλαγή περιβάλλοντος. Πιθανολογώ πως μεταφράστηκε σαν απόρριψη, και πως έκτοτε διχάστηκα σχετικά με την επιστροφή μου στο ασφαλές ενδομήτριο περιβάλλον, το οποίο όμως μ’ είχε τελικά αποβάλλει σα να ήμουν ένα ανεπιθύμητο καρκίνωμα.

Αρκεί επίσης να παρατηρήσει κανείς τις συνήθειες που έχω στον ύπνο μου. Πάντα κουλουριασμένος σε εμβρυϊκή στάση, ξυπνάω πάντοτε αμέσως μόλις αντιληφθώ πως έχει ξεσκεπαστεί το παραμικρό σημείο του σώματός μου (τα τελευταία μόνο χρόνια έχω κατορθώσει να επιβληθώ στο φόβο μου και να κοιμάμαι τα καλοκαίρια σχεδόν ξεσκέπαστος, με μόνο ένα ελαφρύ σεντονάκι να καλύπτει τις πατούσες μου) και πως βρίσκομαι απροστάτευτος και εκτεθειμένος, σε τι; Ήρεμα και δίχως σκεπάσματα κοιμάμαι μόνο με παρέα, του ίδιου με ’μένα φύλου. Του αντίθετου ποτέ. Τις ελάχιστες φορές που οι καταστάσεις τα ’φεραν έτσι ώστε να μην υπάρχει άλλη επιλογή, πέρασα άγρυπνες νύχτες τρόμου, στη σκέψη και μόνο ότι θα αγγίξω κατά λάθος το σώμα της Γυναίκας πλάι μου. Κι αν αυτό συνέβαινε, είτε επειδή ξεχνιόμουν κι αποκοιμιόμουν είτε επειδή η Γυναίκα είχε μάλλον παρεξηγήσει όχι μόνο τις προθέσεις μου αλλά κι εμένα εξ’ ολοκλήρου σαν άνθρωπο, τιναζόμουν λες και μ’ είχε τσιμπήσει μύγα κι εξαφανιζόμουνα απ’ το δωμάτιο εν ριπή οφθαλμού. Κάποιες φορές με τη δικαιολογία πως ο εθισμός μου στη νικοτίνη είχε δυστυχώς φτάσει σε σημείο τέτοιο που μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ χωρίς συνεχείς διακοπές για τσιγάρο, άλλες ισχυριζόμενος κάποια ουρανοκατέβατη έμπνευση, την οποία φυσικά δεν είχα την πολυτέλεια να αγνοήσω, και μια φορά, πόσο αστείο μου φαίνεται ακόμη και σήμερα, προφασιζόμενος ξαφνικές εντερικές διαταραχές.

Αντιθέτως, τις φορές που μοιράστηκα το κρεβάτι μου μ’ έναν άνδρα –και δεν ήταν λίγες- δεν αισθάνθηκα ποτέ την ανάγκη να το βάλω στα πόδια. Ουδέποτε μ’ έπιασαν τάσεις φυγής. Η παρουσία του και μόνο, μου ενέπνεε ένα αίσθημα ασφάλειας, η θερμότητα του σώματός του έχτιζε γύρω μου μια ηδονική εστία, η οποία με το άγγιγμα των κορμιών εκρήγνητο και κορυφωνόταν μέσα σ’ ένα σύγνεφο απόλυτης ηδονής όταν τελικά γινόμουν εγώ αποδέκτης του Άλλου. Από υπερβολική αγάπη, έκανα τον εαυτό μου έναν άνθρωπο-μήτρα. Σαν τα πέταλα των λουλουδιών, άνοιγα το κορμί μου και υποδεχόμουν στην εσωτερική του μακαριότητα ανθρώπους, οι οποίοι άλλοτε αντάλλασσαν την παραμονή τους στο ειρηνικό περιβάλλον μου τυλίγοντάς με σ’ ένα αόρατο σάλι γονεϊκής σχεδόν προστασίας, μα πιο συχνά –πόσο ανώδυνο το πέρασμα μερικών τυχερών απ’ αυτόν τον κόσμο!- τελείωναν και έφευγαν χωρίς να έχει περάσει καν απ’ το μυαλό τους η σημασία της μεταξύ μας διαπραχθείσας συγχώνευσης. Αλλ’ αυτό δεν είχε για ’μένα καμία, μα καμία σημασία. Αρκούσε μονάχα να την είχα αντιληφθεί εγώ.

Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς, όπως συχνά αναρωτιέμαι κι εγώ, γιατί η ασυνείδητη μου αυτή επιθυμία να επιστρέψω στο γαλήνιο ενδομήτριο περιβάλλον δε μπόρεσε να εκφραστεί μέσω της ομαλής σεξουαλικής δραστηριότητας, αλλά αντικαταστάθηκε από μία παρέκκλιση ή, καλύτερα από μία στροφή εκατόν-ογδόντα μοιρών. Γιατί, δηλαδή, αντί να στραφώ προς τη γυναικεία φύση ικανοποιώντας μέσω της διείσδυσης της σεξουαλικής επαφής την ανάγκη επιστροφής μου στην ασφαλή μήτρα, έκανα ακριβώς το αντίθετο, καθιστώντας τον εαυτό μου υποδοχέα μιας πιθανής αντίστοιχης επιθυμίας των άλλων ανδρών.

Πολλές υποθέσεις μπορούν να επιχειρηθούν, ξεκινώντας από την περίπτωση της τυχαίας επιλογής και καταλήγοντας στον αντίκτυπο που μπορεί να έχει το οικογενειακό περιβάλλον στη διαμόρφωση της σεξουαλικής ταυτότητας ενός ατόμου. Να εξηγήσω, λοιπόν, σ’ αυτό το σημείο, πως η περίπτωσή μου, αν και τυπική σ’ αυτήν την ευνουχιστική χώρα που λέγεται Ελλάδα, ήταν επίσης και ακραία. Μεγάλωσα σ’ ένα δίπατο σπίτι, που το ’χε χτίσει η προγιαγιά μου και το οποίο, ωσότου μας άφησε χρόνους, κυβερνούσε σαν απόλυτος δικτάτορας. Με το θάνατό της, η θέση αυτή κληρονομήθηκε από τη γιαγιά μου κι έπειτα ποιος πήρε τα ηνία, δεν ξέρω. Ίσως καμιά θεια μου, ή η μάνα μου, αν και νομίζω πως με τη σκανδαλώδη μου φυγή, της αφαιρέθηκε ολοκληρωτικά το δικαίωμα αυτό. Σ’ αυτό το δίπατο σπίτι, πρέπει, κατά καιρούς, να ζούσαν και άντρες, οι οποίοι, όμως, είτε πέθαιναν προτού ακόμα προλάβω να τους συνηθίσω είτε, ως διά μαγείας, εξαφανιζόντουσαν. Κατοικούν πλέον στις αναμνήσεις μου όπως ακριβώς τους είχα βιώσει και στη ζωή μου. Σα φαντάσματα στερούμενα προσώπου. Ο μόνος άντρας που πέρασε απ’ το σπίτι αυτό και αποτυπώθηκε στη μνήμη μου με πρόσωπο –αν και όχι σίγουρα το δικό του- ήταν ο πατέρας μου. Αλλά γι’ αυτόν έχω μιλήσει αλλού.

Έτσι, απουσίας ισχυρών αντρικών προτύπων, έμαθα να ζω τη ζωή μου περιτριγυριζόμενος αποκλειστικά και μόνον από γυναίκες. Λάμβανα πάντα μέρος στις δραστηριότητές τους, ήμουν πάντοτε παρόν στις συζητήσεις τους, οι οποίες, σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, αφορούσαν τους άντρες και τίποτ’ άλλο, και παρακολουθούσα από κοντά τα πανούργα σχέδια που, κατά καιρούς, κατέστρωναν ερήμην τους. Λέω πανούργα, όχι βέβαια γιατί μπορούσα τότε να κατανοήσω τους υποβόσκοντες σκοπούς των –ιδέα δεν είχα γιατί απαιτούνταν τόσο προσεχτικοί χειρισμοί για τα πιο απλά πράγματα του κόσμου-, αλλά επειδή όταν τα κατέστρωναν, μαζευόντουσαν όλες γύρω απ’ το τραπέζι και ψιθυρίζαν, παίρνοντας ένα ύφος τόσο συνωμοτικό λες κι έπαιζαν κακοποιούς σε ταινία.

Και πέρασαν τα παιδικά μου χρόνια, και μέρος των εφηβικών, χωρίς να ξέρω τι ακριβώς σημαίνει να είσαι άντρας. Μα ούτε και γυναίκα. Γιατί παρ’ όλο που αντιλαμβανόμουν τη θέση μου στον κόσμο μέσ’ απ’ τα μάτια των γυναικών, το κορμί μου δεν έπαυε να είναι αρσενικό. Και ο τρόπος σκέψης μου επίσης. Φαίνεται πως ορισμένα φυλετικά χαρακτηριστικά είναι τόσο γερά αποτυπωμένα στα κύτταρά μας που είναι δυσπρόσβλητα σε αλλοιώσεις. Άργησα πολύ να καταλάβω το λόγο γιατί εγώ δικαιούμουν να φάω ένα ολόκληρο αυγό, ενώ οι ξαδέρφες μου το μοιράζονταν μεταξύ τους. Κι ότι, παρά τις διαβεβαιώσεις τους πως η ισότητα μεταξύ των δύο φύλων ήταν πλέον αναμφισβήτητα δεδομένη, ένα περίεργο πράμα, όποτε ζητούσα οτιδήποτε ανήκε σ’ ένα απ’ τα κορίτσια, πεταγόντουσαν οι θειάδες μου και απαιτούσαν να μου το παραχωρήσουν αμέσως: «Δώσ’ το, μωρή γαϊδάρα, στον Κωστάκη, που  ’ναι αγοράκι».

Αυτά εμένα, αν και τα εκμεταλλευόμουν στο έπακρο, δε μου φαινόντουσαν καθόλου φυσιολογικά. Όπως επίσης και γιατί, ιδιαίτερα όταν μεγάλωσα λίγο, σώπαιναν όλες τους κάθε φορά που ξεκίναγα να λέω κάτι, όσο ηλίθιο ή βαρετό κι αν ήταν, ενώ, αντιθέτως, στα κορίτσια δεν έδιναν απολύτως κανένα δικαίωμα λόγου. Οτιδήποτε είχε ειπωθεί απ’ τις ξαδέρφες μου, τουλάχιστον τα χρόνια που ζούσαμε κοντά-κοντά, είχε χαθεί ανάμεσα σε σούσουρα και φωνές. Γεννιόταν έτσι μέσα μου η υποψία πως, αν και ο μικρότερος εκεί μέσα, κατείχα θέση αρχηγική. Τυπικά, μου φερόντουσαν σα να ήμουν ο αρχηγός, η κεφαλή του σπιτιού. Αλλά πως συνήδε αυτό με το άλλο που άκουγα συχνά να λένε μεταξύ τους, συνωμοτικά πάλι, και με ύφος σα να αποκάλυπταν ένα καλά φυλαγμένο μυστικό: «Μπορεί ο άντρας να είναι η κεφαλή του σπιτιού, η γυναίκα όμως είναι ο λαιμός. Και το στρίβει όπου αυτή θέλει» το κατάλαβα όταν πια είχα φύγει από εκεί.

Αυτές οι αντιφάσεις που, με το πέρασμα των χρόνων, καταχωνόντουσαν μέσα μου ήρθαν, κάποια στιγμή, και εξερράγησαν, εξωτερικεύοντας έναν πόλεμο που είχε, προ πολλού, κηρυχθεί μέσα μου. Τον πόλεμο του θηλυκού και του αρσενικού στοιχείου. Διακοπή των μεταξύ τους εχθροπραξιών –μια μορφή εκεχειρίας, δηλαδή- ουδέποτε επετεύχθη. Όχι μόνο επειδή η ιδιοσυγκρασία μου ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε ενδιάμεσες καταστάσεις, αλλά επίσης και για το λόγο ότι τόσο η θηλυκή όσο και η αρσενική πλευρά μου παρουσίαζαν μια τελειότητα, είχαν, ας μου επιτραπεί η έκφραση, τελειωθεί και δεν επιδέχονταν περαιτέρω βελτίωσης. Με συνέπεια να χοροπηδάω, ανάλογα με την περίπτωση, από το ένα στο άλλο άκρο της κλίμακας του Κίνσεϋ.

Αλλά, ποτέ δεν ένιωσα μα ούτε και δήλωσα, και κατηγορήθηκα πολύ γι’ αυτό, ομοφυλόφιλος. Ο όρος αυτός δε μπόρεσε ποτέ να με χωρέσει, μολονότι το σεξουαλικό μου ενδιαφέρον και ένστικτο στράφηκε, από μικρή ηλικία, γενικώς και αδιακρίτως, προς τους άντρες. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί, όμως, πως εκείνες τις στιγμές παρέμενα άντρας; Πως δε γινόμουν στην ουσία γυναίκα; Στα μάτια μου, αλλά και σε αρκετών άλλων, «τελειότερη» γυναίκα από μένα δε μπορούσε να υπάρξει. Γιατί, ακόμη κι όταν παρίστανα τη γυναίκα, συγκρατούσα τα ευγενή και πολυδοξασμένα εκείνα χαρακτηριστικά του αρσενικού φύλου. Και γινόμουν έτσι η πιο δεκτική, η πιο ανακουφιστική, η πιο τέλεια συντροφιά που θα μπορούσε να ονειρευτεί ποτέ άντρας.

Κατά πόσο η ενδοσκόπηση αυτή μαζί με όλες τις αναγωγές και γενικεύσεις ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ξεδιαλύνει κάπως το τοπίο της ιδιαίτερης ψυχοσύνθεσής μου, δε θα το μάθω ποτέ –εδώ δεν το ’μαθαν άλλοι κι άλλοι που αφιέρωσαν τις ζωές τους σ’ αυτό. Ούτε αν κατάφερα μέσα απ’ όλα αυτά να εξαγνιστώ ή, τελικώς, να βασανιστώ ακόμη περισσότερο. Το μόνο που ξέρω, με μία αλλόκοτη και πρωτοφανή σιγουριά, είναι πως η αναζήτηση αυτή θα τελειώσει όταν, μια μέρα, με κάποιον τρόπο, κάπως, καταφέρω να αγκαλιάσω ολόκληρη την ύπαρξή μου με την ανακουφιστική θερμότητα του ίδιου μου του εαυτού.