Ημερολόγιο

Εχθές μάλωσα με το ρολόι που μου ‘λεγε πως είναι 
είκοσι-τέσσερις οι ώρες που μένουν μέχρι αύριο τέτοια ώρα 
όπως μάλωνα όταν ήμουν παιδί με τη μαμά μου που επέμενε 
ότι η Καθαρά Δευτέρα πέφτει πάντα Δευτέρα

«Εγκυμονείς», είπε «ένα βιβλίο». Στο δευτερόλεπτο βρέθηκα μπροστά στον καθρέφτη. Μια τέτοια δήλωση δε θα ’πρεπε ωστόσο να μου έχει προκαλέσει καμία απολύτως, έστω και ενστικτώδη, αντίδραση. Οι γοφοί μου είχαν από καιρό διογκωθεί έτσι ώστε να σχηματίζουν έναν τέλειο ορθογώνιο όγκο, τον οποίο θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να μπερδέψει με βιβλίο. Αλλά το φαινόμενο αυτό είχε την αφετηρία του πριν από τουλάχιστον δυο χρόνια. Κι εγώ δεν ήμουν ελέφαντας. Αυτός ήταν. Μάταιο να του εξηγήσω. Έγνεψα καταφατικά και βγήκα έξω να κατουρήσω.

Παρέμεινε εκεί προσπαθώντας κάπως να βολέψει το ανοικονόμητο σώμα του. Σ’ αυτό ακριβώς το ανοικονόμητο ήταν που υπολόγιζα. Εξεπίτηδες, καθυστέρησα αισθητά. Ίσως κιόλας το μυαλό του να πήγε αλλού. Στην επιστροφή τον βρήκα σε σαφώς βολικότερη στάση απ’ ό, τι τον είχα αφήσει βγαίνοντας. Είχε βέβαια ιδρώσει αλλά αυτό δε στερούσε τίποτα απ’ τη μεγαλοπρέπειά του. Ανεκδιήγητα αρχοντικός. Απλωμένος στα πέρατα του δωματίου, η προβοσκίδα να εφάπτεται στη βρύση της κουζίνας. Βιάστηκα να την ανοίξω. Το νερό τού βγήκε σχεδόν απ’ τ’ αυτιά. Κατέπνιξε ένα βήχα που ίσως εκείνη τη δεδομένη στιγμή να είχε αποβεί μοιραίος. Σήκωσε το κεφάλι να με κοιτάξει, φοβισμένος μάλλον. Μείωσα τη ροή κι άφησα το νερό να τρέχει. Ας έκανε όπως καταλάβαινε.

«Αρκετά», είπε. «Μπορείς να την κλείσεις τώρα.» Υπάκουσα. «Ε, όχι και τόσο σφιχτά.» Δίστασα. «Δεν είναι ανάγκη», συνέχισε. Τον κοίταξα με απορία, μη μπορώντας να αντιληφθώ τι ακριβώς εννοούσε. Άπλωσε την προβοσκίδα στη βρύση πάλι και την ξέσφιξε με τέτοια ευκολία που θα ’λεγες πως από πάντα ζούσε σε τόπο όπου υπήρχαν βρύσες με τρεχούμενο νερό. Την άφησε να στάζει. Όχι πολύ. Μία, άντε το πολύ δυο σταγόνες το λεπτό. Και πάλι. Θα περίμενε κανείς μεγαλύτερη οικολογική ευσυνειδησία από έναν ελέφαντα.

Το ίδιο βράδυ κοιμηθήκατε μαζί. Τι κι αν έπιανε το χώρο όλο; Ούτε συζήτηση πως άξιζε την ταλαιπωρία. Εκείνο το παρθενικό βράδυ γέννησες ένα ποίημα αναμφισβήτητα επικό. Που θα το έγραφες με την πρώτη ευκαιρία. Για να το θυμηθείς τώρα πια απαιτείται ενδότερη ενδοσκόπηση η οποία δε σου επιτρέπεται. Το πρωί κατέβασες με τη συνήθη βουλιμία τα πολύχρωμα ζαχαρωτά σου κι άνοιξες τα παραθυρόφυλλα ν’ αεριστεί η βαριά απ’ τα χνότα ατμόσφαιρα. Μια παρέα κλώσες κάτω στο δρόμο σε κατηγορούσε για κοινή κτηνοβασία. Μιλούσαν αρκετά δυνατά. «Ας είναι», σκέφτηκες. Σιγά μην κατάφερναν ποτέ να αποδείξουν πως στο δωμάτιο υπήρχε ένας ελέφαντας. Πετάχτηκες στο χασάπη κι αγόρασες ένα κοτόπουλο με σκοπό να ετοιμάσεις μια δυναμωτική σούπα. Τον άκουγες που ’χε ξυπνήσει εδώ και ώρες κι η φωνή του ακουγόταν βραχνή, σα να ’παιζε τρομπέτα ένα πράμα. Σε λίγο θα μάθαινες πως τελικά έπαιζε όντως τρομπέτα, αλλά και άλλα πνευστά. Όπως επίσης πως για κανένα λόγο δε θα έτρωγε ποτέ ένα πουλί. Για την ώρα βολεύτηκε με κάτι παλιόφυτα που ’χαν ξεμείνει στο μπαλκόνι απ’ τους προηγούμενους. Αργότερα ξεπαραδιάστηκες για να εξοπλίσεις ολόκληρο το σπίτι με γρασίδι και οπωροφόρα δέντρα. Απ’ άκρη σ’ άκρη. Έσκισες βέβαια για να το επιτύχεις την ταπετσαρία με τα παλιά κύματα, αλλά χαλάλι. Το παχύ γρασίδι παρείχε, εκτός των άλλων μια υποτυπώδη ηχομόνωση. Θα ησύχαζαν κι οι γείτονες που καιρό τώρα στραβομουτσούνιαζαν όταν τους έβρισκες στο διάβα σου.

«Μέχρι το φεγγάρι. Και πιο πέρα», σου έλεγε. Ένα φεγγάρι ανέλπιστα γεμάτο επί καθημερινής βάσεως. Λιποθυμούσες. Από ερωτοληψία κατά τα φαινόμενα. Σ’ ανέβαζε στη ράχη του και λουζόσασταν στο φως παρέα. Κατέβαινες μόνο και μόνο για να διεκπεραιώνεις τις απαραίτητες πρακτικές εργασίες. Το σπίτι, επί παραδείγματι, έβριθε από γερμανόφωνες πυγολαμπίδες, οι οποίες απαιτούσαν ειδική φροντίδα. Με ευλάβεια τον παρακολουθούσες να σου απαριθμεί τις σχετικές οδηγίες τις ατελείωτες εκείνες ώρες που αφιέρωνε μπροστά στον καθρέφτη φροντίζοντας την ατομική υγιεινή του. Γιατί από τη μια, απουσία τακτικών αμμόλουτρων, ταλαιπωρούνταν από ακαταδάμαστες φαγούρες. Από την άλλη, το παράδοξο της αναγνώρισης της ύπαρξής του στο είδωλο του προκαλούσε βαθιά ικανοποίηση. Ευφυολογούσες μα εφάρμοζες τις οδηγίες με ενδελέχεια που ούτε ο ίδιος επιδείκνυε. Κι οι πυγολαμπίδες όλο και πολλαπλασιαζόντουσαν. Κι έτσι μετακομίσατε σ’ ένα μεγαλύτερο σπίτι όπου το φως διαχεόταν και σε άλλα δωμάτια.

«Σ’ αγαπώ. Πάει και τελείωσε». Θριάμβευσες. Πέταξες τα ζαχαρωτά απ’ το παράθυρο και βάλθηκες να χοροπηδάς απ’ τη χαρά σου πάνω στη ράχη του. Λίγες μέρες αργότερα γλίστρησες και του ’κατσες στο σβέρκο. Νευροκαβαλίκεμα. Δε σου ζήτησε αμέσως να κατέβεις. Οι λαρυγγισμοί όμως που έβγαζε απ’ τον πόνο γρήγορα σε προσγείωσαν στο έδαφος. Το βήμα του εν τούτοις δεν ελάφρυνε. Ήταν λες και σε μία στιγμή είχε πάρει έναν ολόκληρο τόνο. Δεν άργησαν να φανούν οι πρώτες ρωγμές στο δάπεδο.

Υπέθετα ότι όταν ένα σπίτι καταρρέει είτε ανοίγεις την πόρτα να βγεις είτε πλακώνεσαι απ’ τα συντρίμμια. Αυτός βγήκε από το παράθυρο. Πέταξε μακριά φτερουγίζοντας τα φαιδρά αυτιά του. Κι απ’ τους ελαφρείς πιο ελαφρύς. Εγώ βρέθηκα στο υπόγειο ανέπαφη, με τα πέλματα καλυμμένα από τσιμέντο. Με το χώμα επαφή καμία.

Έμειναν πίσω μόνο οι πυγολαμπίδες. Σιγά μην τις άφηνα να δραπετεύσουν. Ήταν αυτές που μου μήνυσαν πως το φεγγάρι θα γέμιζε δυο φορές εκείνον το μήνα. Από ’κεί που ’χα καθηλωθεί όμως, διέκρινα μόνο μια λάμπα του δρόμου. Ανέλπιστα γεμάτη επί καθημερινής βάσεως. Παρήγγειλα και μου ’φεραν ζαχαρωτά να φαν κι οι κότες. Και στους τρεις μήνες πάνω έσπασαν τα νερά. Κατέβασα το βρακί μου κι άφησα ένα φύλλο χαρτί να πέσει και να καρφωθεί στο τσιμέντο. Οι γοφοί μου παρέμειναν ως είχαν.