Ημερολόγιο

στην ουρά περιμένω
επιστροφή χρόνου 
κι είναι κι αυτό κατασπατάληση
γιατί δεν παύουν να περνούν οι ώρες

Πότε ακριβώς δε θυμάμαι, πρέπει όμως να ήταν την τρίτη μέρα εκείνης της εβδομάδας, που σφηνώθηκε στο μυαλό μου μια ολοφάνερα παράλογη ιδέα. Ότι η φωτογραφία που ήταν κολλημένη στον ανατολικό τοίχο του δωματίου μου δεν τελείωνε στα όρια εκείνα τα οποία ήταν ορατά σε μένα. Ότι δηλαδή η φωτογραφία επεκτεινόταν αοράτως προς όλες τις διαστάσεις της. Ακόμη λοιπόν και σε βάθος, κι ότι έφτανε -ποιος ξέρει;- ίσως και μέχρι το διπλανό δωμάτιο το οποίο είχε πρόσφατα καταληφθεί από μια οικογένεια Εσκιμώων. Ωραίοι τύποι αυτοί οι Εσκιμώοι. Ολημερίς δεν έβγαζαν άχνα. Μα τα βράδια ξεσπούσαν οικογενειακώς σε κάτι κλάματα πραγματικά ζηλευτά. Εγώ ήταν μήνες που δεν έκλαιγα. Οι γείτονες παραπονιόντουσαν για την απόκοσμη ησυχία που επικρατούσε στο δωμάτιό μου. Ένα πρωί ήρθε η σπιτονοικοκυρά και, με το που της άνοιξα την πόρτα, μου 'χωσε ένα χαστούκι τόσο δυνατό που μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι. Είχα σκοπό να σου μιλήσω πρώτα, είπε, να σε νουθετήσω. Μα με προκάλεσες. Δεν είναι ύφος αυτό για ν’ ανοίγει άνθρωπος πόρτες. Γύρισα το κεφάλι και κοίταξα τη μούρη μου στον καθρέφτη. Χαμογελούσα. Και είχα στο μάγουλο το αποτύπωμα απ’ το χοντρόχερό της. Δώστε μου μια ευκαιρία, της είπα, υπόσχομαι ποτέ ξανά να μη δημιουργήσω πρόβλημα. Και την έσπρωξα με τα δυο μου χέρια. Παραπάτησε, το πόδι της μπλέχτηκε στο χαλί, έκανε μια θεαματική τούμπα στον αέρα και σωριάστηκε φαρδιά πλατιά στο πάτωμα. Ξεκαρδίστηκα και κοπάνησα μία στην πόρτα να κλείσει.

Τα πράγματα είχαν αρχίσει να μπαίνουν στη θέση τους. Τα βήματα της χοντρής σκρόφας ακούγονταν ήδη να τρέχουν καθησυχαστικά από πόρτα σε πόρτα. Έμενε μόνο να ληφθεί ένα μέτρο ακόμα. Άνοιξα το παράθυρο και άρπαξα στην τύχη ένα απ' τα γατιά που άραζαν εκεί απ' έξω. Αυτό είναι το καινούριο σου σπίτι, του ανακοίνωσα, και του τράβηξα την ουρά με τόση δύναμη που ορκίζομαι πως την άκουσα να ξεριζώνεται κάπως. Έβγαλε το σκασμένο μια στριγκλιά που ράγισε και τον τελευταίο καθρέφτη που μου είχε απομείνει. Ήταν μεγάλο κρίμα γιατί τις ημέρες που έρχονταν ένας καθρέφτης σίγουρα θα μου φαινόταν χρήσιμος, αν όχι απαραίτητος. Τον έλεγξα προσεχτικά πριν τον ξεφορτωθώ και με ανακούφιση διαπίστωσα πως είχε μείνει ανέπαφη μια γωνία όπου χωρούσε να καθρεφτιστεί μέρος του προσώπου μου. Μπορούσα να διακρίνω είτε τη μύτη με το στόμα μου είτε τη μύτη με τα μάτια μου. Και τα τρία μαζί όχι. Τις μέρες που ακολούθησαν το μικρό αυτό επεισόδιο με τη σπιτονοικοκυρά, έχωνα μια γερή τσιμπιά στο γατί δυο φορές την ημέρα κι αυτό ούρλιαζε εκκωφαντικά, όχι όμως τόσο ώστε να καταστρέψει και το τελευταίο κομμάτι από τον καθρέφτη μου. Και δε χρειάστηκε να περάσει ούτε βδομάδα ολόκληρη για να μάθει να ουρλιάζει με το που με έβλεπε να κατευθύνομαι πάνω του. Έξυπνο ζώο. Στο μήνα πάνω, ούρλιαζε χωρίς την παραμικρή συμμετοχή μου, μια φορά το πρωί στις έξι και για κάνα μισάωρο το βράδυ μεταξύ οχτώ κι εννιά. Θεσπέσια. Την είχα γλιτώσει φτηνά την έξωση.

Το θέμα με τη φωτογραφία όμως με ταλαιπωρούσε ακόμα. Και δεν επρόκειτο για καμιά σπουδαία φωτογραφία. Αλλά για μια απ' αυτές που σου 'χα κόψει το κεφάλι και το είχα χώσει μαζί με εκατοντάδες άλλα μικροσκοπικά κεφαλάκια σου σ’ εκείνο το δέμα που 'χα μετέπειτα ταχυδρομήσει στη διεύθυνσή σου. Εσύ όμως είχες προλάβει και ζούσες ήδη σε ιδιωτικό σπίτι, με συνέπεια το συγκεκριμένο δέμα να μην περάσει ποτέ τις πύλες της αυλής σου. Εμένα όμως τώρα μου 'χε κολλήσει πως είχες επιστρέψει κι είχες καταφέρει να προσκολληθείς και πάλι στη φωτογραφία, σε σημείο όμως που εγώ δεν μπορούσα να δω. Έτσι έξυσα τον τοίχο όλο γύρω κι όταν δεν κατάφερα να σε βρω, βγήκα από το δωμάτιό μου και περπάτησα πατώντας στις μύτες των ποδιών μου μέχρι την πόρτα των Εσκιμώων. Έσκυψα και κοίταξα απ' την κλειδαρότρυπα. Τους είδα να κλαίνε βουτηγμένους στο νερό μέχρι τον αστράγαλο. Τι ανόητοι! Θα μπορούσα εκείνη τη στιγμή να χτύπαγα την πόρτα τους και να τους έλεγα πως δεν ήταν ανάγκη να μοιρολογούν το λιωμένο ιγκλού τους. Πως δε χρειαζόταν να περνούν όλη τη μέρα τους χτίζοντάς το. Αφού κάθε βράδυ που έπιανε κρύο, άναβε το καλοριφέρ και το ιγκλού τους αναπόφευκτα έλιωνε. Αλλά εσύ δε φαινόσουν πουθενά. Κι έτσι γύρισα πίσω στο δωμάτιό μου να σκεφτώ το ενδεχόμενο να είχες πνιγεί.