Ημερολόγιο

κάθε πρωί σου γράφω ένα ποίημα 
που το ίδιο βράδυ σβήνω
γιατί έχεις προλάβει ήδη
και το έχεις ξεπεράσει

Από πολύ μικρός ακόμα, αισθανόμουν συχνά μια ακατανίκητη ανάγκη να κουρνιάζω σε στενάχωρα μέρη. Στην αρχή, χωνόμουν κάτω απ’ το παιδικό μου κρεβάτι. Αργότερα, που το μέγεθός μου δε μου το επέτρεπε πια, στην ντουλάπα και, μεγαλώνοντας, όταν δηλαδή μία τέτοια συμπεριφορά δε μπορούσε πλέον να δικαιολογηθεί με το πρόσχημα του παιχνιδιού, η ανάγκη μου αυτή εξυπηρετούντο κάτω από βαριά σκεπάσματα όπου παρέμενα προσποιούμενος ασθένεια, η οποία και με τον καιρό «έμαθε» όντως να συντονίζεται με την ανάγκη μου αυτή.

Περισσότερα...

Προσποιούμαι πως τα χέρια μου δεν τρέμουν. Η θετική διάθεση αντισταθμίζει την παντελή έλλειψη τεχνικών γνώσεων σε μία επέμβαση που απαιτεί εξαιρετικά λεπτούς χειρισμούς. Οι αναπόφευκτες τομές αφήνουν σημάδια. Αδιάφορα στο ανθρώπινο μάτι. Εκτός και αν –. Όχι. Η απόφαση να έρθουν τα μέσα έξω παραμένει προς το παρόν μετακλητή.

Τα πρώτα όργανα τοποθετούνται τακτικά επάνω στο τραπέζι. Οι εργασίες εκτελούνται με ακρίβεια.

Περισσότερα...

«Εγκυμονείς», είπε «ένα βιβλίο». Στο δευτερόλεπτο βρέθηκα μπροστά στον καθρέφτη. Μια τέτοια δήλωση δε θα ’πρεπε ωστόσο να μου έχει προκαλέσει καμία απολύτως, έστω και ενστικτώδη, αντίδραση. Οι γοφοί μου είχαν από καιρό διογκωθεί έτσι ώστε να σχηματίζουν έναν τέλειο ορθογώνιο όγκο, τον οποίο θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να μπερδέψει με βιβλίο. Αλλά το φαινόμενο αυτό είχε την αφετηρία του πριν από τουλάχιστον δυο χρόνια. Κι εγώ δεν ήμουν ελέφαντας. Αυτός ήταν. Μάταιο να του εξηγήσω. Έγνεψα καταφατικά και βγήκα έξω να κατουρήσω.

Περισσότερα...

Πότε ακριβώς δε θυμάμαι, πρέπει όμως να ήταν την τρίτη μέρα εκείνης της εβδομάδας, που σφηνώθηκε στο μυαλό μου μια ολοφάνερα παράλογη ιδέα. Ότι η φωτογραφία που ήταν κολλημένη στον ανατολικό τοίχο του δωματίου μου δεν τελείωνε στα όρια εκείνα τα οποία ήταν ορατά σε μένα. Ότι δηλαδή η φωτογραφία επεκτεινόταν αοράτως προς όλες τις διαστάσεις της. Ακόμη λοιπόν και σε βάθος, κι ότι έφτανε -ποιος ξέρει;- ίσως και μέχρι το διπλανό δωμάτιο το οποίο είχε πρόσφατα καταληφθεί από μια οικογένεια Εσκιμώων.

Περισσότερα...

Πηγαίναμε ταξίδι. Πήραμε ένα τρένο που πήγαινε κάπου. Μου είπες μα το ξέχασα. Κοιτούσα έξω, τις πόλεις που περνούσαν. Μου 'λεγες τα ονόματα ξανά και ξανά. Τις είχες ξαναδεί. Κοιτούσες μόνο εμένα και γέλαγες.

Περισσότερα...