Ημερολόγιο

Εχθές μάλωσα με το ρολόι που μου ‘λεγε πως είναι 
είκοσι-τέσσερις οι ώρες που μένουν μέχρι αύριο τέτοια ώρα 
όπως μάλωνα όταν ήμουν παιδί με τη μαμά μου που επέμενε 
ότι η Καθαρά Δευτέρα πέφτει πάντα Δευτέρα

αποκηρύσσω τις ώρες που περνούν
δεν ανησυχώ
άλλωστε κι αυτές το ίδιο κάνουν
μόνο που στη διασταύρωση επάνω
μου δίνουν την εντύπωση ότι χαμογελούν
εξαναγκάζοντάς με έτσι
από ευγένεια και μόνο
να συγκρατώ την ψυχραιμία μου
και να ανταποδίδω
τουλάχιστον μέχρις ωσότου βγω
απ’ το οπτικό πεδίο τους έξω
κι είναι συχνά κουραστικός αυτός ο δρόμος
τόσο που δε μένουν ώρες για τίποτα άλλο

και στο λέω να το ξέρεις
το κομπολόι μου το πέταξα καιρό τώρα
και τα άδεια μου χέρια δεν ποθούν
γιατί όλα που κράτησαν
τα φάγανε οι ώρες

Ξάφνιασέ με λοιπόν
όπως ξαφνιάζεις
ώρες-ώρες
την απαισιοδοξία μου.