Ημερολόγιο

Εχθές μάλωσα με το ρολόι που μου ‘λεγε πως είναι 
είκοσι-τέσσερις οι ώρες που μένουν μέχρι αύριο τέτοια ώρα 
όπως μάλωνα όταν ήμουν παιδί με τη μαμά μου που επέμενε 
ότι η Καθαρά Δευτέρα πέφτει πάντα Δευτέρα

Και που μου χάρισες μορφή,

όχι, για πες μου τι κατάλαβα.

Τρέμω την ώρα που ανάβει η μέρα.

Λιγοστές, μακρινές φίλες

γεννημένες από άτυχες τύχες

απαλά και εύμορφα φεύγουν.

Φύλακας απουσίας αποχωρώ

στο ανασφάλιστο όνειρό μου.

 

Και που μου χάρισες πλοκή,

όχι, για πες μου τι κατάλαβα.

Τρέμω την ώρα που σβήνουν τα φώτα.

Άφθονες, αχνές φιγούρες,

ορφανές από νονές νεράιδες,

βιαστικά και άμορφα φθάνουν.

Φύλακας φαντασίας καραδοκώ

τις άυλες φορεσιές τους που θροΐζουν.

 

Και που μου χάρισες ζωή,

όχι, για πες μου τι κατάλαβα.

 

Μάιος 2005