Ημερολόγιο

Όταν ο παππούς μιλάει με δύο φωνές
διστάζω στο άνοιγμα της πόρτας
μην ξέροντας να τον διακόψω ή όχι
είναι οι μόνες φορές που πιστεύω σε θεό

Οδηγάς στη Βουλιαγμένης ενώ θα ‘πρεπε να ‘χες πάρει ταξί

κι έχεις ακόμα τη γεύση από ‘να φιλί που δεν ξέρεις από που ‘ρθε

και η γλώσσα σου κολλάει στο στόμα που ‘χει γίνει τσαρούχι

και τότε βρίσκει να σκάσει βόμβα στον εγκέφαλό σου

το ξέφωτο που δεν αντέχεις αλλά περιμένεις

αυτό που μοιάζει με κάποιες μυρωδιές που σε παρέλυαν από παιδί

μα είσαι πάντα μόνος

και δεν υπάρχει κανείς τριγύρω να βεβαιωθείς ότι υπάρχεις

και είναι πλέον αργά έχεις φύγει

και σε κοιτάς όπως κοιτάς τους άλλους

και δεν είσαι άνθρωπος πια μια επίπεδη αφίσα είσαι

και το βλέμμα σου σε αποστρέφεται σε απορρίπτει

και παρακαλάς να ξαναμπείς μέσα στο κεφάλι σου

και θες να βγάλεις τη ζώνη ν’ αφήσεις το τιμόνι να αφεθείς

μα δεν το κάνεις αντιθέτως οδηγάς δεξιά όπως ποτέ

και πας με πενήντα όπως ποτέ

και ο αέρας σε χτυπάει κρύος απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο

και η νύχτα έχει τελειώσει να δεις θα ξημερώσει σε λίγο

και δε θα προλάβεις να κοιμηθείς πριν βγει ο ήλιος